Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ": Μέρος 11ο - Οι κρυφές συναντήσεις στο νοσοκομείο

Η Ζωή μπήκε μέσα στο σπίτι και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η Μαρίνα ήταν καθισμένη στην ίδια θέση και περίμενε, κοιτάζοντας κάποιο παιδικό στη μικρή τηλεόραση που είχαν στην κουζίνα.

«Έλα μανούλα! Σε περιμένω πολλή ώρα.»

«Που να ήξερες και εσύ μωρό μου σε τι σε έχω μπλέξει» σκέφτηκε η Ζωή. Την αγκάλιασε και ξεκίνησαν να φτιάχνουν το κέικ που της είχε υποσχεθεί.

Έφτιαξαν τη ζύμη και ήταν ώρα να μπει στο φούρνο.

«Θα μείνεις εδώ να το προσέχεις να μην καεί;»
« Κι εσύ που θα πας;»
«Πουθενά χαρά μου, μέσα στο δωμάτιο μου, έχω μια δουλίτσα. Μείνε εδώ να βλέπεις τηλεόραση και να προσέχεις το γλυκό, θα έρθω σε λιγάκι, εντάξει;».

Η μικρή έγνεψε θετικά και η Ζωή βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο σαλόνι.

Πήρε στο χέρι της το κινητό. «Όχι, όχι δεν είναι σωστό να τους αναστατώσω πάλι όλους». Σκέφτηκε και άφησε το κινητό της στο τραπεζάκι. Το ξανάπιασε, αποφασιστικά.

«Έλα Θωμά μου, η Ζωή είμαι. Πως είσαι; Κι εμείς καλά, φτιάξαμε κέικ και λέω να περάσουμε αργότερα να σας φέρουμε λίγο, να πείτε και κανένα καλό λόγο στη Μαρίνα, εκείνη με βοήθησε ξέρεις, σχεδόν το έφτιαξε μόνη της. Πως είναι η μαμά σήμερα; Πάλι τα ίδια; Λοιπόν, θα τα πούμε από κοντά. Φιλάκια.»

‘Άλλες σκέψεις τώρα. Ο Θωμάς. Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδερφό της, και όσο τα χρόνια περνούσαν τον θαύμαζε για τη δύναμη που έδειχνε και τα ενδιαφέροντα που είχε. Και τη συγκινούσε το γεγονός ότι δεν την έκανε να νιώθει ένοχη για εκείνο το ατύχημα. Ένας άντρας με αναπηρία, ήταν ο πιο δυνατός χαρακτήρας από όλους τους υπόλοιπους.

Κάθισε στον καναπέ για να συνεχίσει την ονειροπόληση της στα γεγονότα εκείνης της Πρωτοχρονιάς.

Τελικά, όλοι είχαν σχέδια για εκείνη τη βραδιά και όλα ανατράπηκαν σε μια στιγμή, έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη ανατροπές. Και μακάρι να μπορούσαμε όλοι οι άνθρωποι να παίζουμε το παιχνίδι που έπαιζε η Πολυάννα, αυτή η γλυκύτατη ηρωίδα του παιδικού μυθιστορήματος που έψαχνε να βρει κάτι καλό στο κάθε τι κακό που συνέβαινε.

Για τον Έκτορα δεν ήταν δύσκολο. Ήταν ευτυχισμένος που χτύπησε κι αυτός, γιατί έτσι μπορούσε να είναι στο νοσοκομείο και αυτός και να βλέπει τη Ζωή κρυφά τις νύχτες. Μια από τις νοσοκόμες τον γνώριζε γιατί ο αδερφός της ήταν συνάδελφος του στην εταιρία. Ο Έκτορας το θυμόταν, έψαξε, τη βρήκε και της εξήγησε εν συντομία τα πάντα. Εκείνη κανόνισε τις βάρδιες της να είναι συνέχεια βραδινές και έτσι τον βοήθησε να βλέπει τη Ζωή, όταν όλοι έλειπαν.

Η Ζωή στην αρχή ήταν μπερδεμένη, διστακτική, δε μιλούσε πολύ και δεν αντιδρούσε σε όσα της έλεγε ο Έκτορας. Δεν είχε δύναμη για τίποτα.

Φοβήθηκε και πολύ με τα όσα έγιναν, φοβήθηκε και για τη ζωή της. Ο γιατρός της είπε ότι ήταν ιδιαίτερη περίπτωση γιατί λόγω του προβλήματος στην καρδιά της, έπρεπε να χειριστούν το βαθύ τραύμα της με προσοχή και πάντοτε με τα σωστά φάρμακα που δεν θα επιβάρυναν την αρρυθμία της.

Ο θάλαμος της Εντατικής ήταν – όσο κι αν ακουστεί περίεργο – μια λύτρωση για τη Ζωή. Δεν είχε τηλεόραση, δεν είχε κινητό, δεν μπορούσε να δεχτεί επισκέψεις παρά μόνο δύο μισάωρα τη μέρα (ένας ένας επισκέπτης) και τα πάντα γινόντουσαν από τις νοσοκόμες. Την τάιζαν, την έπλεναν, δεν είχε να ανησυχήσει και να φροντίσει για τίποτα. Είχε ατελείωτο χρόνο να σκεφτεί τις επιλογές της, τα συναισθήματα της, το παρελθόν και το μέλλον.

Τα μεσημέρια ερχόντουσαν οι γονείς της, συνήθως η μητέρα της για να της φέρει ότι χρειαζόταν και το απόγευμα ερχόταν ο Αντρέας και κάποιες κοντινές της φίλες. Χρόνος δεν υπήρχε, οπότε οι συζητήσεις ήταν πάντοτε «ιατρικές».

Όταν βράδιαζε και έφευγαν όλοι, τότε ερχόταν ο Έκτορας.

Δεν απαιτούσε, δε ρωτούσε, δεν ζητούσε τίποτα. Ήθελε μόνο να τη βλέπει και να της μιλάει για τα πάντα. Για όσα έζησε μακριά της, για όσα είχε μάθει διαβάζοντας, για όσα ονειρεύεται. Και η Ζωή σχεδόν αμίλητη άκουγε. Άκουγε ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος και μόλις ξυπνούσε σκεφτόταν όλα όσα της είπε το προηγούμενο βράδι.

Είχαν περάσει δώδεκα ημέρες, και δώδεκα νύχτες με τον Έκτορα.
Ήρθε και εκείνη τη νύχτα στις 11, την ώρα που έφυγαν όλοι και είχε βάρδια η Χριστίνα, η γνωστή πια νοσοκόμα.

«Ήρθα Ζωή μου»
«Σε περίμενα».

Ήθελε να του το πει. Τόσες μέρες, τόσες νύχτες και δεν του είχε πει κάτι τρυφερό, όσο κι αν κάποια στιγμή, ένοιωσε ότι είχε την ανάγκη να του πει κάτι. Αισθανόταν καλά που τον είχε δίπλα της.

«Είναι το τελευταίο βράδυ που έρχομαι εδώ. Ήθελαν να μου δώσουν εξιτήριο σήμερα αλλά τα μαγείρεψα και κατάφερα να μείνω και σήμερα μέσα.»

Η Ζωή τον κοίταξε με απορία και με δυσάρεστη έκπληξη. Δεν το περίμενε να την πονέσει τόσο πολύ αυτό. Θάφευγε; Και που θα πήγαινε; Κι αυτή; Ένοιωθε πια καθαρά ότι τον ήθελε. Τουλάχιστον…τουλάχιστον εκεί…αλλά αυτή ήταν πολύ εγωιστική σκέψη. Έπρεπε να τα ξεκαθαρίσει κι αυτή μέσα της…έπρεπε να ξαναδεί κάποια πράγματα,,, ήθελε; Δεν ήθελε;

«Τα σκέφτηκα όλα ξανά και ξανά. Τα τέσσερα χρόνια που ζήσαμε μαζί ήταν τα καλύτερα της ζωής μου, έκανα πίσω όταν μας πολέμησαν, αλλά ποτέ δεν σε ξέχασα και έχω τόσα πολλά να σου δώσω ακόμα. Σ αγαπώ όπως την πρώτη μέρα, σε αγάπησα αμέσως και αυτό δεν έχει αλλάξει. Μας χώρισαν, και μην το αρνηθείς. Ξέρω καλά ότι με αγαπούσες τότε, είμαι σίγουρος, το ένιωθα. Όμως τώρα είσαι με κάποιον άλλο. Δεν ξέρω αν τον αγαπάς, δεν ξέρω αν αγαπάς εμένα, δεν ξέρω τίποτα. Απλά δεν θέλω να σκεφτώ κάποτε ότι δεν προσπάθησα. Αν θέλεις να ζήσεις μαζί του θα το δεχτώ. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Για κάποιο λόγο χωρίσαμε και για κάποιο λόγο ξανασμίξαμε κάτω από αυτές τις τόσο περίεργες συνθήκες. Έτσι δεν είναι;»

Η Ζωή είχε βουρκώσει και τα μάτια της έτρεχαν. Τόσα βράδια τα περίμενε αυτά τα λόγια, περίμενε το δίλημμα που θα ερχόταν να την αναστατώσει και να τη φέρει μπροστά σε αποφάσεις…

«Έκτορα…»

«Μη μου πεις τώρα. Δε θέλω να σε πιέσω για τίποτα. Θα σε αφήσω να τα σκεφτείς όλα και μόλις βγεις από δω θα τα πούμε»

Τη φίλησε απαλά στα χείλη και σηκώθηκε.

«Θα σε σκέφτομαι. Να δυναμώσεις, να γίνεις καλά για να φροντίσεις τα παιδιά που θα κάνουμε»

Τη χτύπησε εκεί που πονούσε. Πόσο πολύ ήθελε να κάνει ένα παιδί, πόσο ανάγκη είχε να γίνει μητέρα!