Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 10ο - Ποτέ ξανά χώρια εγώ κι εσύ. Κι αν σε χάσω θα σε ξαναβρώ

«Μανούλα τελείωσα!» τη διέκοψε η Μαρίνα από την οδυνηρή και σχεδόν αυτόματη αναπόληση.

Η Ζωή πετάχτηκε. Τόση ώρα, κρατούσε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια και κοιτούσε στο κενό. Η φωνή της κόρης της, την «ξύπνησε».
Έπρεπε να συνέλθει αμέσως. Προς θεού, να μην καταλάβει τίποτε η Μαρίνα. Τουλάχιστον όχι ακόμα.
« Όλες τις λέξεις;»
« Όλες! »
« Εντάξει λοιπόν, πάμε στην κουζίνα να μάθεις την πρώτη σου συνταγή!»

Πήγαν στην κουζίνα και η Ζωή έβγαλε από ένα ντουλάπι ένα παλιό τετράδιο με σχισμένες σελίδες, άλλες λεκιασμένες και άλλες πιο καθαρές. Άνοιξε κατευθείαν στη σελίδα που θα χρησιμοποιούσαν

« Για – ου-ρτο- πί-τα» διάβασε η Μαρίνα.
« Γιαουρτόπιτα» τη διόρθωσε η Ζωή.
« Μα, κέικ μου είπες ότι θα φτιάξουμε!» διαμαρτυρήθηκε η μικρή.
«Κέικ είναι η γιαουρτόπιτα, απλά θα χρησιμοποιήσουμε γιαούρτι και από εκεί πήρε το όνομα αυτό. Είναι η πρώτη συνταγή που μου έμαθε η γιαγιά μου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη. Ξέρεις που είναι;»

Η μικρή κούνησε το κεφάλι της αρνητικά αλλά δεν έδειχνε να την ενδιαφέρει και πολύ η καταγωγή της προγιαγιάς της εκείνη τη στιγμή, πιο πολύ είχε εστιάσει στο ότι θα έφτιαχνε κάτι μόνη της και ένιωθε πολύ σπουδαία.

« Ξέρεις…ξέρεις…σούχω ξαναπεί. Και για την Κωνσταντινούπολη και για τους Έλληνες που ζούσαν εκεί και μετά τους έδιωξαν και για τη γιαγιά μου και τον παπού μου που είχαν το μαγαζί και για την Αγιά Σοφιά…»

«Α…την Αγιά Σοφιά τη θυμάμαι. Ήταν αυτή η μεγάλη εκκλησία» πετάχτηκε η Μαρίνα

Χαμογέλασε η Ζωή. Μα θα ήταν δυνατόν να μην της έχει πει για την Κωνσταντινούπολη, οχτώ χρονών παιδί;

« Όχι ήταν. Είναι . Και φυσικά το θυμάσαι. Αφού το μάθατε και στο σχολείο. Μου τόπες»

Ελληνόπουλα και να μη μάθουν για την Πόλη και τον Ελληνισμό εκεί και για την Αγιά Σοφιά; Ήταν δυνατόν; «Δε βαριέσαι» σκέφτηκε αστραπιαία. «Όλα είναι δυνατά».

Έπρεπε όμως να συνεχίσει με τη ζαχαροπλαστική. Έτσι μεταφέρονται οι
παραδόσεις. Ιστορία θα έκαναν άλλη φορά.

« Καλά, θα σου διαβάζω τα υλικά να τα φέρνεις από το ψυγείο, εντάξει;»
«Εντάξει!» πετάχτηκε προς το ψυγείο η Μαρίνα, το άνοιξε και περίμενε
« Ένα βιτάμ»
«Το βρήκα! Τι άλλο;»
«Πέντε αυγά. Πρόσεχε μην τα σπάσεις. Ένα ένα να τα παίρνεις»

Καθώς έβγαζε τα αυγά και τα τοποθετούσε με μεγάλη προσοχή στο τραπέζι, έσκυψε και έπιασε ένα χαρτάκι από το πάτωμα.

«Μαμά αυτό έπεσε από το τετράδιο» είπε, το άφησε στο τραπέζι και συνέχισε την προσεκτική της «δουλειά»

Η Ζωή δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να της ζητάει τα υλικά, αλλά ξάφνου της ήρθε αστραπιαία μια σκέψη τρελή στο μυαλό και άρπαξε το χαρτάκι με μανία. Το άνοιξε και η καρδιά της πήγαινε να σπάσει.


Ποτέ ξανά χώρια εγώ κι εσύ. Κι αν σε χάσω θα σε ξαναβρώ.
Έ.


«Άστα πάνω στο τραπέζι και έρχομαι σε ένα λεπτό μωρό μου»

Βγήκε από την κουζίνα, πέρασε από το σαλόνι και βγήκε έξω στο μπαλκόνι.

Θα έσκαγε αν δεν έπαιρνε λίγο αέρα! Και τι δε θα ‘δινε για ένα τσιγάρο τώρα.

Το είχε κόψει τότε, όταν ήταν στο νοσοκομείο. Ένα μήνα είχα αντέξει χωρίς τσιγάρο και βγαίνοντας κατάλαβε ότι μπορούσε να το βγάλει απ΄τη ζωή της.

Έμεινε πολύ γρήγορα έγκυος. Και το έκοψε χωρίς καν να το καταλάβει. Όχι ότι δεν το είχε πεθυμήσει, αλλά ήθελε τόσο πολύ να κάνει παιδί που δεν θα διακινδύνευε για μια συνήθεια την υγεία του.

Τώρα όμως το ήθελε τόσο πολύ.

Συνήλθε. Και το μυαλό της, πάλι στο νοσοκομείο μεταφέρθηκε. Και είδε μπροστά της τον Έκτορα. Θυμόταν ότι…δεν θυμόταν. Δε μπορούσε να καταλάβει τι έγινε, που είναι, πως βρέθηκε εκεί.

« Αγάπη μου» της είπε ο Έκτορας.

Προσπαθούσε να καταλάβει αν ονειρεύεται ή αν είναι ξύπνια. Ο Έκτορας το κατάλαβε και έσπευσε να της λύσει τις απορίες.

« Αγάπη μου, επανέλαβε, θα σου τα εξηγήσω όλα. Είσαι στο νοσοκομείο αλλά είσαι καλά.»

Η Ζωή συνέχισε να τον κοιτάει με απορία. Πως ήταν αυτός εδώ, που ήταν οι υπόλοιποι, η οικογένεια της;

«Πως είμαι εδώ ; Είμαι τυχερός, γι αυτό. Και κάποιος εκεί ψηλά θέλει να είμαστε μαζί».

Η Ζωή κοίταξε τριγύρω της το μικρό δωματιάκι και με την άκρη του ματιού της είδε δίπλα της ένα ποτήρι.

« Διψάς αγάπη μου;» την πρόλαβε ο Έκτορας.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα μια νοσοκόμα.

«Δε σου είπα ότι όταν ξυπνήσει θέλω να μου το πεις; Θα χάσω τη δουλειά μου αν σε βρουν εδώ μέσα, το καταλαβαίνεις;» τον μάλωσε.
« Τώρα μόλις άνοιξε τα μάτια της, θα σε καλούσα σε ένα λεπτό»

Η νοσοκόμα της πήρε την πίεση, της έβαλε θερμόμετρο και της έδωσε νερό να πιεί. Έλεγξε τον ορό και της χαμογέλασε.

« Πως αισθάνεσαι;»

« Δεν πονάω». Ήταν τα πρώτα λόγια της Ζωής. « Η οικογένεια μου που είναι; Που είμαι;»

«Άσε με να της μιλήσω εγώ» παρακάλεσε ο Έκτορας.

« Έχεις δέκα λεπτά και μετά πρέπει να γυρίσεις στο δωμάτιο σου» είπε αυστηρά η νοσοκόμα. «Δε θα χάσω τη δουλειά μου για σένα» επανέλαβε.

Ο Έκτορας της έπιασε το χέρι τρυφερά.

«Πόσο τυχερός είμαι που είσαι καλά, που ήμουν εδώ όταν ξύπνησες. Θυμάσαι καθόλου τι έγινε;»

« Θυμάμαι που σε είδα να βγαίνεις από την τράπεζα. Μετά δε θυμάμαι».

« Είχα πάει στην τράπεζα να σηκώσω όλες μου τις οικονομίες και να σε πάρω να φύγουμε. Είχα σχέδιο. Θα έβγαζα τα χρήματα που είχα μαζέψει και θα εξαφανιζόμασταν από την Ελλάδα. Είχα κάνει μια επαφή στο εξωτερικό, θα μέναμε εκεί για λίγο μέχρι να ηρεμούσαν τα πράγματα και μετά θα σχεδιάζαμε το μέλλον.»

Μα…τι της έλεγε; Τι ιστορία ήταν πάλι κι αυτή; Η Ζωή άκουγε και ακόμα είχε την αίσθηση ότι ονειρεύεται. Δεν αντιδρούσε, απλά άκουγε.

« Μόλις πήρα τα λεφτά και πήγα να βγω από την τράπεζα μπήκαν μέσα δύο τύποι με κουκούλα. Έβαλαν τις φωνές. Με άρπαξαν. Άρπαξαν κι έναν άλλο κύριο που μόλις είχε κάνει ανάληψη. Εγώ ο βλάκας τα κρατούσα ακόμη στο χέρι τα λεφτά. Με χτύπησε, με πέταξε κάτω, πήρε τα λεφτά. Το ίδιο και τον άλλο. Κι αυτός ο χαζός τα κρατούσε στο χέρι. Κρατούσα στο χέρι. Μόλις είχαμε φύγει και οι δυο από το ταμείο. Ο κουκουλοφόρος με τράβηξε με δύναμη από το σακάκι και με σήκωσε. «Πάρε εσύ τα λεφτά από το ταμείο κι εγώ βγαίνω μ’ αυτόν εδώ. Γρήγορα» φώναξε στον άλλο. Κι εκείνος, πήδηξε μέσα στα ταμεία. Σε δευτερόλεπτα όλα αυτά. Εκείνη την ώρα, με την άκρη του ματιού μου είδα ένα σεκιουριτά της Τράπεζας πίσω από μια κολόνα. Μ έβγαλε έξω σπρώχνοντας. Τότε σε είδα, με είδες. Θυμάσαι;».

Έγνεψε καταφατικά η Ζωή. Το θυμόταν το βλέμμα του. Ήταν δώδεκα η ώρα. Ακριβώς 12.

« Δεν πολυκατάλαβα τι έγινε και πυροβόλησε αυτός. Χτυπηθήκαμε από μια σφαίρα. Εσύ κι εγώ. Από μια σφαίρα. Την ίδια σφαίρα. Τι σου λέει αυτό; Δεν είναι μοιραίο; Σαν κάτι να ήθελε να μας πει ότι εσύ κι εγώ είμαστε ένα. Μια σφαίρα Ζωή. Μια σφαίρα Ζωή μου.»

Έσκυψε το κεφάλι του πάνω της. «Αν σε έχανα δεν ξέρω τι θα έκανα».

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 9ο - Κάποια χρόνια μετά...

«Που ήσασταν την Πρωτοχρονιά του 2000 μανούλα; Τι κάνατε;»

«Στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού ήμασταν καρδούλα μου, και βλέπαμε στην τηλεόραση τι γινόταν σε όλο τον κόσμο. Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί σήμερα στο σχολείο, μάς έλεγε η δασκάλα μας ότι ήταν σα μεγάλη γιορτή και όλοι ήταν έξω στους δρόμους και είχε πολλά πυροτεχνήματα. Εσείς δεν θέλατε να τα δείτε; Είναι τόσο ωραία τα πυροτεχνήματα , εμένα μου αρέσουν πολύ.»

«Τα είδαμε χαρά μου, βγήκαμε στο μπαλκόνι και τα είδαμε»

Τι να της απαντούσε η Ζωή της κόρης της; «Στο νοσοκομείο ήμασταν, στην Εντατική»; Και τι να της εξηγούσε μετά; Ήταν μικρή ακόμα, δε θα καταλάβαινε. Αποφάσισε ότι αργότερα θα της ζητούσε συγνώμη γι αυτό το «λευκό» ψέμα που μόλις της είχε πει.

Για την ηλικία της η Μαρίνα μιλούσε πολύ συγκροτημένα, με ολοκληρωμένες προτάσεις και σωστές λέξεις. Ανεπτυγμένο παιδάκι, είχε πάρει την ομορφιά της μαμάς της και τη συγκρότηση του πατέρα της.

Δευτέρα Δημοτικού φέτος και στο σχολείο ήδη την ξεχώριζαν οι δάσκαλοι της. Και …ψήλωνε κι όλο …ψήλωνε η Ζωή κάθε φορά που πήγαινε στις συναντήσεις των γονέων με τα καλά λόγια που της έλεγαν.

Δεν συμφωνούσε να πληρώνουν τόσα πολλά λεφτά για Ιδιωτικό Σχολείο. Θεωρούσε ότι μεγάλο μέρος της Παιδείας του, το κάθε παιδί το έπαιρνε – είτε ήθελε, είτε δεν ήθελε- μέσα στο σπίτι, από το οικογενειακό περιβάλλον, από τους γονείς κυρίως αλλά και από τους παππούδες και τις γιαγιάδες, από τις παραδόσεις και τις αρχές, από τις δραστηριότητες και την ατμόσφαιρα. Επέμενε η πεθερά της, συμφωνούσε και ο πατέρας της, έβαλε και μέσον τον πρώην Υπουργό χωρίς να τη ρωτήσει, και έτσι η Μαρίνα έγινε Αρσακειάδα χωρίς να το καταλάβει .

«Θα φτιάξουμε κέικ; Υποσχέθηκες να με μάθεις» είπε με νάζι η Μαρίνα.
«Πρώτα θα τελειώσεις την ορθογραφία και μετά θα το φτιάξουμε. Πάντα θυμάμαι τι σου υπόσχομαι»

Τι της ήρθε τώρα και την γύρισε σε εκείνη την Πρωτοχρονιά;

Όχι ότι θυμόταν και πολλά πράγματα αλλά την πονούσε η ανάμνηση όλης εκείνης της περιόδου και των μυστικών που έκρυβε από τότε.

Ειδικά εκείνη η ημέρα, εκείνη η στιγμή, πόσο την πονούσε! Που είδε την αγάπη της ξάφνου μπροστά της και την επόμενη στιγμή ένιωσε ένα οξύ πόνο στο μηρό.

Η σφαίρα του κουκουλοφόρου που λήστευε την Τράπεζα την είχε διαπεράσει, εκείνη όμως δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τι έγινε.

Ένιωσε σα να την τιμωρεί κάποιος για τα όσα ένιωσε μόλις τον αντίκρισε. Σα να την τιμωρούσε ο Αντρέας. Που κατάλαβε. Γιατί οι ερωτευμένοι έχουν πολύ έντονη αντίληψη των συναισθημάτων και των κινήσεων του άλλου. Και ο Αντρέας τα είχε δει τα βλέμματα τους. Και αυτό αρκούσε για να καταλάβει.

Είχε φροντίσει και η Γεωργία βέβαια, η «φίλη» της, να του ψιθυρίσει κάποια στοιχεία για τη μεγάλη αγάπη της Ζωής. Λάθος της που της τα είχε εκμυστηρευτεί. Πάντα εμπιστευόταν εύκολα τους ανθρώπους.

Ποτέ δεν είναι αργά όμως. Εκείνο το πάθημα, τής είχε γίνει μάθημα.
Δεν ξανάκανε φίλες από τότε η Ζωή. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν τις χρειαζόταν, Μόνο προβλήματα της είχαν δημιουργήσει.

«Που ήσασταν την Πρωτοχρονιά του 2000 μανούλα; Τι κάνατε;»

Τα λόγια της μικρής, πανέξυπνης Μαρίνας την ξανάβαλαν στο ίδιο, γνωστό τριπάκι που είχε μπεί τόσες φορές.

Είχε πέσει στο πεζοδρόμιο και αμέσως είχε λιποθυμήσει. Έχανε πολύ αίμα και το ασθενοφόρο από τον Ευαγγελισμό – ποιος το ειδοποίησε, πότε το ειδοποίησε ποτέ δεν έμαθε- δε μπορούσε να φτάσει εύκολα στο Κολωνάκι, παρά τη μικρή απόσταση.

Η μεγάλη κίνηση της Παραμονής, ο κόσμος που είχε γεμίσει τους δρόμους …ποιος απ΄ όλους εκείνους που τριγυρνούσαν αργόσχολοι για ψώνια της τελευταίας στιγμής και ένα καφέ «στα πεταχτά» ή είχαν κατεβεί στο κέντρο με το αυτοκίνητό του μπορούσε να φανταστεί ότι η δική του η γιορτινή βόλτα παραλίγο να στοιχίσει την απώλεια μιας ζωής; Της δικής της ζωής;.

Ο ένας κουκουλοφόρος ληστής που πυροβόλησε, πήρε αστραπιαία τις αποφάσεις του και ξέφυγε εκμεταλλευόμενος τον πανικό που ξέσπασε με τον τραυματισμό της Ζωής. Ο άλλος, - περίεργο αυτό γιατί δεν συμβαίνει συχνά- ακινητοποιήθηκε από τον σεκιουριτά της τράπεζας.

Και μέσα σ’ όλα αυτά ,κανείς δεν έδωσε σημασία στον Έκτορα που κρατούσε το χέρι του. Αιμορραγούσε άσχημα. Η σφαίρα του είχε σχεδόν τρυπήσει την παλάμη πριν χτυπήσει τη Ζωή.

Ο Θωμάς, μη μπορώντας να κουνηθεί από το καρότσι, ήταν ο μόνος που είδε τον πληγωμένο άντρα. Όχι κατά τύχη. Καθώς αδερφή του είχε σωριαστεί στο πεζοδρόμιο, αυτός έστρεψε το βλέμμα του προς τον Έκτορα. Το όνειρο του είχε γίνει πραγματικότητα.

Στον Ευαγγελισμό επικρατούσε πανικός. Οι γονείς της, ο Αντρέας, ο Λεωνίδας, η Χρύσα, η Γεωργία, ο Θωμάς, όλοι ήταν έξω από την εντατική και περίμεναν να μάθουν νέα.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 8ο - Δύο πυροβολισμοί. Η Ζωή πέφτει...

Ο Πέτρος έφτανε στην είσοδο της Τράπεζας. Και ξαφνικά… μέσα στις μουσικές και τα στολίδια και τον κόσμο που περπατούσε με ψώνια στα χέρια…τα μάτια της «κόλλησαν» σε μιαν εικόνα, σαν βγαλμένη από παραίσθηση, σαν από όνειρο. Αλλά ήταν αληθινή. Εκεί, δίπλα της.

Ο Έκτορας έβγαινε από την τράπεζα, κάποιος τον τραβούσε, κάποιος τον έσπρωχνε, το σακάκι του ήταν σκισμένο… όχι δεν ήταν καθόλου παραίσθηση. Ήταν τρομαγμένος, αναστατωμένος, φοβισμένος, τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα ,κρατούσε μια μικρή δερμάτινη τσάντα στο χέρι…πάλι φωνές, ένας σεκιουριτάς βγήκε από πίσω τους…μια γυναίκα σπρώχτηκε και έπεσε στον πεζόδρομο, ο κόσμος πάγωσε.

Ο συναγερμός της τράπεζας άρχισε να ουρλιάζει.

Ένας δεύτερος μασκοφόρος, που εμφανίστηκε σχεδόν μέσα από μια μαγική εικόνα, του «κόλλησε» ένα πιστόλι στο κεφάλι.

«Μην κουνηθείς» φώναξε στο σεκιουριτά. Κι αυτός, «πάγωσε».

«Μην κουνηθεί κανένας. Εμείς θέλουμε μόνο τα λεφτά» ξαναφωνάζει ο μασκοφόρος.

Ο Έκτορας έμοιαζε σαν πληγωμένο ζώο. Πολύ γεροδεμένος ήταν ο άντρας με τη μαύρη κουκούλα με έναν σάκο στα χέρια του, που τον κρατούσε και τον έσπρωχνε. Για ποιο λόγο; Για προφύλαξη; Για όμηρο; Και τι δουλειά είχε ο Έκτορας στην τράπεζα;

Η Ζωή είχε παγώσει. Μήπως ήταν παιχνίδι του μυαλού;

Η κατάσταση θύμιζε αστυνομική ταινία. Ο Λεωνίδας, που καθόταν κάπου εκεί κοντά, πήρε χαμπάρι τι γινόταν, είχε πεταχτεί κι έτρεχε προς την Τράπεζα. Η Χρύσα ήταν όρθια και φώναζε.

Ο Πέτρος είχε βρεθεί μέσ΄ τη μέση. Ο δεύτερος μασκοφόρος που είχε τραβήξει το όπλο, του έδωσε μια γερή με την κάνη στο κεφάλι. Ο Πέτρος έπεσε.

Ο Θωμάς είχε ζαρώσει στο καροτσάκι του. Αισθάνθηκε φόβο. Και ξαναθυμήθηκε τον εφιάλτη που είχε δει.

Η Γεωργία και ο Ανδρέας έκαναν λίγο πίσω και χώθηκαν στην είσοδο ενός καταστήματος. Η Ελένη , όρθια γιατί είχε μόλις υποδεχτεί τους γονείς της Ζωής, είχε αρχίσει να κάνει σπασμωδικές κινήσεις και να δείχνει.

Ξαφνικά τα πάντα κινούνταν πολύ αργά για τη Ζωή. Θόρυβοι, εικόνες, άνθρωποι, σκέψεις, ιδέες… αρχίζει να κρυώνει, να κρυώνει πολύ, δεν ξέρει, δεν φαντάζεται.

Κλείνει τα μάτια και σωπαίνει…

Ο Έκτορας τη βλέπει. Έστω και σε αυτή τη δύσκολη θέση, την αναγνωρίζει.
Κάνει μια κίνηση προς το μέρος της φωνάζοντας το όνομά της.

Ένας κρότος. κι άλλος ένας δεύτερος. «μπαμ» «μπαμ» . Δύο πυροβολισμοί. Φυσάει κρύο αεράκι, τα σύννεφα γίνονται γκρίζα, τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα… η Ζωή πέφτει . Ο Θωμάς ουρλιάζει.

Η ζωή του, περνάει αστραπιαία μπροστά απ΄ τα μάτια του Έκτορα… τότε που ήταν παιδί στα στενά πλακόστρωτα του χωριού με τη γιαγιά του να παίζει και μετά στην αγκαλιά της Ζωής…

Πονάει. Ποιος πλήγωσε ποιον;

Η ώρα ήταν 12 ακριβώς, παραμονή Πρωτοχρονιάς και μόλις άρχιζε να χιονίζει στη Χριστουγεννιάτικη Αθήνα…

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 7ο - Παραμονή Πρωτοχρονιάς και η τυχαία συνάντηση με τον Πέτρο

Στον πεζόδρομο στολισμοί, φαναράκια, χριστουγεννιάτικα δέντρα, χριστουγεννιάτικα τραγούδια στη διαπασών, τα μαγαζιά γεμάτα, ο δρόμος ζωντανός. Η Ζωή , δίπλα στον Θωμά, κοίταζε και το χαιρόταν . Και ξαφνικά… κάπου «πήρε το μάτι» της τον Έκτορα.
«Αποκλείεται» σκέφτηκε. «Τι να θέλει εδώ γύρω;»

Η Ελένη με τα αδέρφια της Ζωής αγκαλιάστηκαν ανταλλάσοντας ευχές και ξαφνικά, από το στενό δρομάκι, νάτον μπροστά τους ο Ανδρέας με την Γεωργία.

«Τι δουλειά έχει αυτή, τώρα, εδώ; Και γιατί ήρθαν μαζί;» σκέφτηκε αμέσως η Ζωή. Και αμέσως αλλάζει σκέψη.

«Μα αν ήταν κάτι…πονηρό, δεν θάρχονταν μαζί. Κάπου θα τη βρήκε…».
Έψαχνε δικαιολογίες, προσπαθούσε να αιτιολογήσει τα πάντα αλλά δεν της άρεσε της Ζωής.

« Μα που στο διάολο τη βρήκε; Τι δουλειά είχε να τη φέρει ρε γαμώτο;»

Την έδειξε τη δυσαρέσκειά της αμέσως, καλημερίζοντας απλά τον Ανδρέα χωρίς φιλιά και αγκαλιές. Κι αυτός το κατάλαβε. Αλίμονο. Μεγάλο παιδί ήτανε.
Η Ζωή «έπιασε» τη δική του δυσαρέσκεια και προσπάθησε να τα «μπαλώσει» αγκαλιάζοντας και φιλώντας τη Γεωργία.

- Τι έκπληξη είναι αυτή Γεωργία μου;
- Πίναμε καφέ με τον Ανδρέα εδώ στη γωνία, μου τόπε και είπα νάρθω κι εγώ. Ελπίζω να μη σας χαλάω τα σχέδια…
- Καλά έκανες. Έλα παρέα μας. Αφού άλλωστε τα κανονίσατε με τον Ανδρέα.

Η ατμόσφαιρα είχε χαλάσει. Το κέφι της είχε χαλάσει. Η μέρα της είχε χαλάσει.

Η Ζωή κρατούσε σφιχτά τα χερούλια από το καροτσάκι του Θωμά. Οι υπόλοιποι προχωρούσαν ψάχνοντας τραπέζι στην Πλατεία. Και καθώς τους είδε να κάθονται κάπου, πήγε να τους ακολουθήσει, σπρώχνοντας το καροτσάκι.
-Ζωή…

Ένα χέρι είχε ακουμπήσει στο χέρι της, ένας ψηλός άνδρας βρισκόταν δίπλα της. Ο Πέτρος. Ένας φίλος από παλιότερα. Κι αυτός ήθελε τότε που γνωρίστηκαν να γίνει δημοσιογράφος. Τρία χρόνια μικρότερος της αλλά με σωστό μυαλό. Κάθε φορά που μίλαγαν συγκλονιζόταν από την ωριμότητα του. Και τις σωστές του συμβουλές.

Παιδί από την επαρχία, από τη Σπάρτη, είχε έρθει στην Αθήνα αποφασισμένος να πετύχει και πέτυχε. Εργαζόταν ήδη σε ένα μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι. ‘Ενας από τους ελάχιστους που τα είχε καταφέρει. Και…χωρίς φίλο υπουργό. Αλλά η φιλία τους είχε διακοπεί απότομα. Μετά το δυστύχημα με το μηχανάκι, ο Πέτρος είχε στην κυριολεξία εξαφανιστεί.

«Άσε με, ξέχνα με, όταν θα είμαι έτοιμος θα έρθω εγώ να σε βρω.» της είχε πει σ΄ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα.

- Γεια σου Πέτρο. Χρόνια και ζαμάνια.

‘Απλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε ζεστά. Εφτά χρόνια. Πολύς χρόνος. Είχε χαρεί που τον είδε. Ίσως…ίσως και η μέρα της να είχε αρχίσει να φτιάχνεται πάλι.

- Τι κάνεις βρε φιλενάδα; Κι εσύ ρε Θωμάκο, πως πάς; Χρόνια έχουμε να τα πούμε;

Ο Θωμάς ήταν χαμογελαστός. Τον ήξερε καλά τον Πέτρο. Τον θυμόταν. Και τον συμπαθούσε.
Ο Ανδρέας και η Γεωργία είχαν σταματήσει δυο βήματα πιο πέρα. Δεν τον ήξερε τον Πέτρο ο Ανδρέας. Πρώτη φορά τον έβλεπε. Η οικειότητά του με τη Ζωή τον ξάφνιασε.

- Καλά είμαι…καλά είμαι. Σε πεθύμησα. Πως τα πας; Μαθαίνω, βλέπω, ακούω. Δουλεύεις έτσι;
- Καλά είμαι, όλη μέρα δουλειά…τα δικά σου;
«Τι να κάνω τώρα;» σκέφτεται η Ζωή. Μήπως, εκτός των άλλων, ήταν άραγε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να «τη βγει» στον Ανδρέα; Άσε που της άρεσε ο Πέτρος. Και ήξερε καλά ότι του άρεσε κι εκείνου.

- Κοίτα, Πέτρο, επειδή πρέπει να φύγω τώρα, με περιμένει και η οικογένειά μου λίγο παρακάτω …θέλω να σε δω…να τα πούμε…

-Να σου πω την αλήθεια, κι εγώ έχω μια δουλίτσα στην Τράπεζα, έχω ραντεβού στις 12 και - κοίταξε το ρολόι του- είναι ήδη παρά ένα και δεν έχω καθόλου χρόνο. Αλλά κι εγώ θέλω να σε δω. Και να τα πούμε. Να τα πιάσουμε από εκεί που τα είχαμε αφήσει.
Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά.

Η Ζωή το αποφάσισε αστραπιαία.

- Λοιπόν…άκου…αύριο έχω γενέθλια, σκέφτομαι να κάνω ένα μικρό πάρτι. Θα είσαι εδώ; Θα μείνεις Αθήνα; Αν σε καλέσω, θάρθεις ;
- Βεβαίως και θάρθω. Πάρε με τηλέφωνο. Καλό millennium. Θα περιμένω. Και θα το υποδεχτούμε παρέα.
Κοίταξε το Θωμά που παρακολουθούσε.
-Και ελπίζω ότι θάρθει και ο Θωμάς. Έτσι;

Η Ζωή κοντοστάθηκε, ευχαριστημένη με την ιδέα της. Ο Θωμάς κοιτούσε χαμογελαστός τον Πέτρο. Ο Ανδρέας με τη Γεωργία, ελαφρώς προβληματισμένοι από την εμφάνιση του Πέτρου, είχαν προχωρήσει, κάπως αμήχανοι.