Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 22ο - Ο Θωμάς στην Αμερική

Κλείνοντας το τηλέφωνο ο Θωμάς και ακούγοντας τις φωνές της Ζωής στο μπαλκόνι δε δίστασε καθόλου. Χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε στη σκάλα και κατέβηκε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, με τη βοήθεια του μπαστουνιού.

Είχε μάθει άλλωστε πια πολύ καλά πώς να το χρησιμοποιεί.
Αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά, ύστερα από πολύ χρόνο, που διέφερε απ΄ όλες τις άλλες. Που βιαζόταν. Που δεν πρόσεχε και τόσο πολύ και δεν σιγούρευε κάθε του πάτημα. Αλλά ήταν γι αυτόν και η ώρα της αλήθειας.

Μπορούσε; Ήταν σε θέση να κάνει αυτό που έπρεπε; Μπορούσε να φανεί χρήσιμος; Ή θα έμενε κι αυτή τη φορά στο περιθώριο, φοβισμένος, τρομαγμένος, ανίκανος να κάνει ο, τιδήποτε, όπως εκείνη την ώρα, το μεσημέρι της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς του 2000;

Αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Μέχρι που προσπάθησε να τρέξει, όσο του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του, ζορίζοντας το δεξί του πόδι…

Η κινητικότητα ήταν μέτρια. Ο πόνος αρκετός. Το πόδι δεχόταν για πρώτη φορά τέτοια πίεση, τέτοιο φόρτο, τέτοια ένταση. Κανονικά, ο Θωμάς θάπρεπε να σταματήσει. Να μην το πιέσει άλλο. Να ρίξει λίγο το ρυθμό. Και να συνεχίσει κανονικά.

«Κανονικά». Μια τόσο περίεργη λέξη σε μια τόσο περίεργη σκέψη γύρω από μια λειτουργία που για το 99% των ανθρώπων ήταν απλώς φυσιολογική. Θέλεις να τρέξεις; Τρέχεις; Θέλεις να πιέσεις το πόδι σου; Το πιέζεις. Για το Θωμά, αυτό ήταν το μεγάλο βήμα. Το μεγάλο τόλμημα.

Τέτοια εποχή ήταν που έφευγε ο Θωμάς για την Αμερική και την μεγάλη ιδιωτική κλινική στην Καλιφόρνια για να κάνει την εγχείριση στην σπονδυλική του στήλη, στην ουσία « παίζοντας» με τις πιθανότητες.

Δεν ήταν βέβαια άσχημες. 60-40 υπέρ του τού είχε πει ο James Spender, διάσημος χειρουργός και επί πολλά χρόνια ερευνητής στις χρήσεις της νανοτεχνολογίας στον ανθρώπινο κορμό . Αυτός είχε αναλάβει την επέμβαση και την παρακολούθησή του.

Και ευτυχώς εκείνη τη φορά η τύχη ήταν με το μέρος του. Δύο μήνες περίπου στο νοσοκομείο, δύο επεμβάσεις και συνολικά περίπου 17 ώρες στο χειρουργείο, απάλλαξαν –σταδιακά- τον Θωμά από το αναπηρικό του καροτσάκι, αφήνοντας του μόνο μια – σοβαρή πάντως- δυσλειτουργία στο δεξί του πόδι που θα την παρέκαμπτε μόνο ύστερα από μεγάλη προσπάθεια.

Ασκήσεις, φυσικοθεραπείες, παρακολούθηση όλων των εξελίξεων στην τεχνολογία βοηθημάτων, δοκιμές, σταθερό ρυθμό στο βάδισμα και πάντα στηριζόμενος στο μπαστούνι του. Αυτά θα έπρεπε να κάνει για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Του τόχε πει με σαφήνεια ο Spender μετά την τελευταία επέμβαση, ενώ ακόμα ο Θωμάς καθόταν σε καροτσάκι, λίγη ώρα πριν γίνει η μεγάλη δοκιμή:

«Θα πάμε καλά. Ξεπεράσαμε το πολύ μεγάλο πρόβλημα, της κίνησης των κάτω άκρων. Τώρα, σε λίγο, θα το δοκιμάσουμε σε κανονικές συνθήκες. Θα πάμε καλά.»

«Πότε θα ξέρουμε αν θα μπορώ να περπατήσω κανονικά; » τον ρώτησε με αγωνία.

« Εξαρτάται πολύ κι από σένα. Ίσως σε ένα χρόνο. Ίσως και σε έξι μήνες. Εγώ το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι ελπίζω να πάμε καλύτερα με τον καιρό. Η κατάστασή σου μπορεί να βελτιωθεί . Μπορεί να βελτιώνεται συνέχεια όσο, όταν επιστρέψεις στην Ελλάδα , θα συνεχίζεις τις ασκήσεις, τη γυμναστική , τη φυσικοθεραπεία , την υπομονή και όσο προσέχεις. Να έχεις στο νού σου ότι δεν είσαι «καινούργιος». Επισκευασμένος είσαι. Και να έχεις υπ΄ όψη σου ότι θα πονάς. Μερικές ζημιές, δεν αποκαθίστανται. Τουλάχιστον όχι πλήρως. Αν και μ αυτές τις μεθόδους μπορούμε να πετυχαίνουμε πράγματα που σε άλλες εποχές θα χαρακτηρίζοντας «θαύματα», στην πραγματικότητα θαύματα δεν γίνονται.»

Τρομερή φράση. Τον είχε εντυπωσιάσει το Θωμά. Τον είχε δυσαρεστήσει στην αρχή αλλά στη συνέχεια, η ουσία της αλήθειας επικράτησε στο μυαλό του. Ο «μηχανισμός» κίνησης του οργανισμού του, είχε πάθει σοβαρή ζημιά από εξωγενή παράγοντα. Συνεπώς η ιατρική, είχε καταφέρει να παίζει το ρόλο που θα έπαιζε σε ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο ένα πολύ καλό, εξειδικευμένο συνεργείο.

Και ο ίδιος είχε ισχυρά κίνητρα να τις συνεχίσει και τις προσπάθειες και τις φυσικοθεραπείες και τη γυμναστική. Να τις επαναλαμβάνει καθημερινά και να δουλεύει και δύο ώρες παραπάνω μόνος του στο σπίτι ανεβοκατεβαίνοντας τη σκάλα από και προς τον έκτο όροφο όπου έμενε για να γυμνάσει τους μύες του δεξιού του ποδιού!

Μόνο έτσι θα πονούσε λιγότερο και θα μπορούσε να σταθεί για περισσότερη ώρα όρθιος. Ίσως αργότερα να μπορούσε να απαλλαγεί και από το μπαστούνι του που το ένιωθε τώρα μέλος του σώματος του. Και μόνο τότε θα αποφάσιζε να παλέψει να έρθει πιο κοντά στην Κατερίνα.

Την είχε γνωρίσει στο φυσικοθεραπευτήριο, όπου έκανε την πρακτική της τους τελευταίους εφτά μήνες. Μιλούσαν πολύ, είχαν πολλά κοινά. Τους άρεσε η ίδια μουσική, Ελληνική ροκ. Ένα απόγευμα είχαν σιγοτραγουδήσει μαζί και την «Οδό Ελλήνων» του Παπακωνσταντίνου!

Δεν περίμενε ο Θωμάς ποτέ να βρει άλλον άνθρωπο που να ξέρει τα λόγια αυτού του τραγουδιού όλα απ’έξω όπως εκείνος! Της είχε δανείσει και πολλά βιβλία του, κυρίως ποιητές που της άρεσαν και είχαν κάνει πολλά ταξίδια μαζί με αφορμή έναν στίχο μιλώντας απ’το msn και μια-δυο φορές στο τηλέφωνο. Αλλά ως εκεί…

Δε θα τολμούσε να κάνει το επόμενο βήμα. Τουλάχιστον όχι ακόμα… Και πώς να το κάνει; Δε θα άντεχε να ξαναζήσει δεύτερη φορά τα ίδια…

«Σ’ αγαπώ! Ίσως να μη θελήσω ποτέ ξανά να δοθώ με τέτοιο πάθος σε άλλον άντρα. Αλλά δεν ξέρω… Και φοβάμαι… Τις παρέες μας, τους δικούς μου, τις υποχωρήσεις που δε θα αντέξω να κάνω, τους συμβιβασμούς, φοβάμαι… Αν μπορούσες, μόνο αν μπορούσες να…… Συγγνώμη Θωμά. Καλή τύχη! Θα σε θυμάμαι για πάντα…» .

Ήταν μια κατάθεση ψυχής κι ανθρώπινης αδυναμίας που του είχε γράψει η Μαρία , η πρώτη του «κοπέλα», σ’ένα σημείωμα που του είχε βάλει μες στην Απολογία του Σωκράτη που του έκανε δώρο εκείνο το πρωί της Δευτέρας στο Πανεπιστήμιο, μετά το Σαββατόβραδο και τα φιλιά που είχαν ανταλλάξει οι δύο νέοι σ’ένα ισόγειο μπαράκι στο Παγκράτι. Η Μαρία, αυτή η Μαρία, η οποιαδήποτε Μαρία που δεν τόλμησε, δεν άντεξε, δεν θέλησε να προσπαθήσει να μείνει κοντά του.

Και το είχε μάθει απ’έξω αυτό το σημείωμα… Κάθε φορά που το θυμόταν σκότωνε τον εαυτό του… Μα το πάθος του να μετατρέψει σε «ΜΠΟΡΕΣΑ» αυτό το «…αν μπορούσες…» που του είχε γράψει ήταν κάθε φορά και η ανάσταση του… Ήξερε όμως πως δε θα άντεχε να γίνει έτσι και με την Κατερίνα. Όχι και μ’εκείνη… Καλύτερα να μην της μιλούσε ποτέ. Ας το κρατούσε μέσα του για πάντα… Τι και αν κάθε βράδυ εδώ και πέντε μήνες διάβαζε το «Μονόγραμμα» του Ελύτη και φανταζόταν να της το απαγγέλει… Τι και αν κάθε νύχτα της έγραφε ένα μήνυμα στο κινητό «Καληνύχτα και όνειρα γλυκά!» και πριν της γράψει και το «Σ’αγαπώ» το έσβηνε και δεν της το έστελνε ποτέ… Απ’το να χάσει και αυτό που είχαν καλύτερα να μην της μιλούσε. Τουλάχιστον προς το παρόν…