Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 23ο - Η συγκινητική προσπάθεια του Θωμά...

«Να σηκωθώ τώρα γιατρέ;» ρώτησε ανυπόμονα ο Θωμάς. Ρωτούσε το γιατρό, μπροστά του όμως έβλεπε την οικογένειά του, τους φίλους του και –κυρίως- την Κατερίνα.

Πως θα αισθανόντουσαν, τι θα έλεγαν όταν τον έβλεπαν όρθιο; Ο πατέρας του είχε ταξιδέψει στην Αμερική και είχε καθίσει μια εβδομάδα κοντά του. Λίγο πριν από την πρώτη εγχείριση. Και λίγο πριν από τη δεύτερη, το ίδιο είχε κάνει και η μητέρα του.
Τη Ζωή δεν την είχε αφήσει. Της είχε πει κατηγορηματικά «όχι». Ήθελε λίγο τον πατέρα του, ήθελε λίγο τη μητέρα του, μέχρις εκεί όμως. Είχε αποφασίσει να το περάσει μόνος του το μεγαλύτερο κομμάτι. Και να γυρίσει νικητής και …τροπαιοφόρος.

Ο γιατρός τον είχε αγαπήσει αυτό τον νεαρό. Τον είχε αγαπήσει όχι γιατί δέχτηκε σχεδόν αδιαμαρτύρητα την πόνο και την ταλαιπωρία των επεμβάσεων, όχι γιατί εξέφραζε τόσο καλά –και σε τόσο καλά Αγγλικά- τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Κυρίως για τη δύναμη της ψυχής του, την αισιοδοξία του και την πίστη του στον εαυτό του και την επιστήμη.

«Μπορείς; Σήκω. Σ αφήνω μόνο σου. Δεν θα σε βοηθήσω καθόλου»
Ο γιατρός απομακρύνθηκε.

Τα είχε «δοκιμάσει» τα πόδια του και τη μέση του αρκετές φορές τις τελευταίες μέρες ο Θωμάς. Με αρκετή βοήθεια στην αρχή, με λιγότερη στη συνέχεια αλλά τα κατάφερνε. Τα ένοιωθε καλά τα πόδια. Τον κρατούσαν. Με την ισορροπία είχε ένα πρόβλημα αλλά αυτό θα το εξισορροπούσε με το μπαστούνι. Δεν τον πείραζε καθόλου η ιδέα του μπαστουνιού. Όταν έχεις περάσει χρόνια σε αναπηρικό καροτσάκι…

Είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με την Κατερίνα. Αρκετές φορές. Και κυρίως αυτές τις μέρες. Τις κρίσιμες μέρες των πρώτων «δοκιμών». Χωρίς φυσικά να της πει τίποτε ιδιαίτερο, έξω από την υπόθεση της υγείας του. Τρυφερά όμως ήταν τα τηλεφωνήματα. Μιλούσαν για την κινητικότητα των ποδιών αλλά αντάλλασσαν και …στίχους τραγουδιών. Και ποιήματα. Και μηνύματα αισιοδοξίας. Και σκέψεις για το «αύριο».

Τώρα, έπρεπε να σηκωθεί μόνος του. Χωρίς βοήθεια. Και χωρίς μπαστούνι.
Κατέβασε το ένα πόδι από το υποπόδιο. Έφερε όλο του το κορμί λίγο μπροστά. Πίεσε το πόδι στο πάτωμα για να το αισθανθεί.

«Καλά τα πάμε» σκέφτηκε.

Κατέβασε το άλλο πόδι. Το πιο προβληματικό. Αισθάνθηκε το πάτωμα. Ένοιωσε ότι ίδρωνε. Θα λιποψυχούσε; Όχι δα. Υπήρχαν εκεί έξω τόσα πράγματα που τον περίμεναν. Και τόσοι άνθρωποι. Ακόμα και η Μαρία. Που τον είχε εγκαταλείψει. Αλλά ήταν αποφασισμένος να την «ενημερώσει». Ίσως…ίσως και για να την πληγώσει, να την κάνει να αισθανθεί άσχημα. Έδιωξε αυτή την κακή σκέψη. Όχι. Δεν είχε κανένα λόγο να πληγώσει κανέναν.

Πίεσε τα δυο του χέρια στην καρέκλα. Σηκώθηκε. Ελαφρά ζαλισμένος ένοιωσε, κυρίως από την πίεση. Ο γιατρός το κατάλαβε.

«Μη βιάζεσαι. Ανάπνευσε…πάλι…»
Έκανε ένα μικρό βηματάκι προς τα μπρος , άφησε το ένα του χέρι από το βραχίονα της καρέκλας, σήκωσε τη μέση του…

«Έλα τώρα Θωμά, το τελευταίο στάδιο…» είπε γλυκά και ήρεμα ο γιατρός. «Ίσιωσε τη μέση και άφησε και το άλλο χέρι. Μην κάνεις βήμα. Δεν θέλω να κάνεις βήμα».

Έτσι κι έγινε. Ο Θωμάς είχε νικήσει.

*********************************************************

«Ευτυχώς που δεν τα παράτησα στη μέση…» σκέφτηκε ο Θωμάς συνειδητοποιώντας πως είχε μόλις βάλει μόνος του το σπαστό μπαστούνι του στο χώρο των αποσκευών πάνω από το κάθισμα του στο αεροπλάνο για Ελλάδα. Και με τη βοήθεια της αεροσυνοδού είχε καθίσει κι ο ίδιος, «τακτοποιώντας» με τον καλύτερο τρόπο, όπως μπορούσε, το πιο προβληματικό πόδι. Το δεξί. Η κυρία που καθόταν στη διπλανή θέση τον κοιτούσε χαμογελαστά. Με συμπάθεια.

Όλοι στο αεροπλάνο τον κοιτούσαν με συμπάθεια καθώς είχε μπει τελευταίος. Τον είχαν πάει άλλωστε και τελευταίο με ειδικό όχημα γιατί ήταν στο καροτσάκι αφού η απόσταση ήταν μεγάλη. Είχε σηκωθεί από το καροτσάκι, είχε «ανοίξει» το μπαστούνι και είχε ανεβεί με τη βοήθεια της αεροσυνοδού τα σκαλοπάτια. Ο ίδιος το είχε θελήσει, έστω κι αν οι άνθρωποι της εταιρείας του προσέφεραν τη λύση να τον ανεβάσει το ειδικό ανυψωτικό που προσαρμόζεται στη σκάλα.

Είχε φτάσει στο «παρά τρίχα» να στείλει το sms στην Κατερίνα, με όλο το επιθυμητό «περιεχόμενο» όταν είχε μόλις περάσει μια βδομάδα από την πρώτη επέμβαση και υπέφερε ακόμη από τους πόνους παρά τις ηρεμιστικές ενέσεις και τα ισχυρά παυσίπονα και παρά το ότι είχε μιλήσει μαζί της τηλεφωνικά.

Αλλά κρατήθηκε και υπέμεινε και τη δεύτερη φορά στο χειρουργείο και μετά στην αποθεραπεία. Έπρεπε να τα καταφέρει… Μόνο τότε θα μπορούσε να θάψει μέσα του οριστικά το σημείωμα της Μαρίας… Μόνο τότε θα σταματούσε να ακούει στον ύπνο του τη φωνή του σκληροτράχηλου και σκληρού αδελφού του, του Λεωνίδα , του στρατιωτικού να του φωνάζει, φουντωμένος και προσπαθώντας να δει τι μπορούσε να κάνει κι αυτός :

«Θωμά…ξύπνα…είσαι άντρας…έλα να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα.»

Τι να αντιμετωπίσει εκείνη την ώρα ο Θωμάς ! Σαν τι θα μπορούσε να κάνει; Εκείνη την ώρα, ζάρωνε στο καροτσάκι του, αδύναμος, σαστισμένος, φοβισμένος στη θέα των κουκουλοφόρων και των περιστρόφων εκείνη την παραμονή Πρωτοχρονιάς έξω απ’την Τράπεζα στο Κολονάκι.

«Ποτέ ξανά… Συγγνώμη… Όχι… Ποτέ ξανά… Ζωή… Συγγνώμη…» ψέλλιζε μες στην τρικυμία παραισθήσεων που του προκαλούσαν τα δυνατά φάρμακα στο νοσοκομείο, καθώς στον νου του παρέμενε καρφωμένη η εικόνα της αδελφής του, Ζωής, που χτυπημένη στον μηρό απ’τη σφαίρα , κείτονταν αιμόφυρτη δύο βήματα δίπλα του.

Κι αυτός μόνο κοιτούσε. Κοιτούσε και φοβόταν και έκλαιγε βιδωμένος στο αναπηρικό του καροτσάκι, μη μπορώντας να τρέξει δίπλα της, να της σφίξει το χέρι να της δώσει κουράγιο, να την πάει στο νοσοκομείο, να τη συνοδεύσει με το ασθενοφόρο…

Για όλα αυτά και για εκείνο το «μετά…» που ήταν η τελευταία του σκέψη το βράδυ λίγο μετά τα Χριστούγεννα και πριν από εκείνη την Πρωτοχρονιά που έβαζε τον κόσμο στον 21ο αιώνα και την συζήτηση με τον πατέρα του, ο Θωμάς έμεινε εκεί και πάλεψε ως το τέλος…

Και έτσι , σιγά – σιγά, με το χρόνο και με την αποφασιστικότητα, το «ανάπηρος» και το «παράλυτος» έγινε απλώς…«κουτσός» στα χείλη των περαστικών που τον κοιτούσαν περίεργα στον δρόμο. Και που ΕΠΡΕΠΕ να κάνουν οπωσδήποτε κάποιο σχόλιο γιατί θα …έσκαγαν. Έτσι είναι. Η δυστυχία, η διαφορετικότητα, η αναπηρία του άλλου προκαλεί οπωσδήποτε κάποιο σχόλιο. Δεν περνάει απαρατήρητη.

Το «καημένος» και το «Κακόμοιρο το παιδί» υποχώρησε στο μυαλό κάποιων συγγενών, φίλων, συμφοιτητών και καθηγητών του και εκείνος θέλοντας πεισματικά να κερδίζει την ισότητα, τη συμμετοχή και τον σεβασμό κάθε μέρα και σε κάθε πτυχή της ζωής του, ετοιμαζόταν για το μεταπτυχιακό του στην Ειδική Εκπαίδευση, ή «ειδική αγωγή» όπως ρατσιστικά επιμένουν να το λένε κάποιοι.