Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 13ο - Ο Πέτρος

«Πως αισθάνεστε; Είστε σίγουρα καλά;»
H νοσοκόμα που κοίταζε τον Πέτρο στο κεφάλι φαινόταν ανήσυχη.

Αυτός, βιάστηκε να απαντήσει, σαν να τον ενοχλούσε ακόμη κι η ανησυχία της. Ήταν καλά. Τόσες φορές τόχε πει. Δεν είχε τίποτα. Καθιστός ήταν στο κρεβάτι. Ούτε που είχε ξαπλώσει.

«Ναι, ναι…καλά είμαι», απάντησε σχεδόν βιαστικά. «Σας είπα, δεν έχω τίποτα, λίγο πονοκέφαλο μόνο. Η φίλη μου έχει χτυπηθεί άσχημα. Μπορώ να φύγω; Θέλω να πάω να τη δω.» επέμεινε.

Δίστασε η νοσοκόμα.

«Κι εγώ δεν βλέπω να’ χετε κάτι σπουδαίο αλλά θα ήταν καλύτερο να περιμένετε να σας εξετάσει κάποιος γιατρός. Ποτέ δεν ξέρει κανείς.»

«Μα σας είπα δεσποινίς! Είμαι μια χαρά.» ανέβασε τον τόνο του ο Πέτρος και το βλέμμα του είχε ξαφνικά αγριέψει.

«Κι εγώ σας είπα ότι πρέπει να σας δει γιατρός» επέμεινε εκείνη. «Τι είναι αυτά που λέτε; Με το έτσι θέλω φεύγει κανείς από το νοσοκομείο, ύστερα από τέτοια γεγονότα; Τι θέλετε; Να χάσω τη δουλειά μου;»

Γύρισε την πλάτη της. Ο Πέτρος μουρμούρισε μια βρισιά. Σηκώθηκε, περπάτησε λίγο πάνω – κάτω στο δωμάτιο των εξωτερικών ιατρείων όπου τον είχαν μεταφέρει σοκαρισμένο μετά τα γεγονότα , έντρομο στην αρχή αλλά αρκετά ψύχραιμο στη συνέχεια.
Μα τι στο καλό έκανε εκεί μέσα; Ούτε γρατζουνιά δεν είχε. Το κεφάλι του πονούσε, προφανώς από το σοκ και την ένταση της στιγμής.

«Πάω να φύγω» σκέφτηκε και αποφάσισε. Και καθώς άνοιγε την πόρτα, έπεσε πάνω στο γιατρό.

«Εσείς είστε ο βιαστικός;» τον ρώτησε καλοκάγαθα.

Τον κάθισε στο κρεβάτι, του πήρε την πίεση, του κοίταξε τα μάτια μ’ αυτό το μικρό φακό που μοιάζει με στυλό, τον ρώτησε για το ιατρικό του ιστορικό, του χτύπησε τα γόνατα μ ένα σφυράκι, τον ψηλάφησε στους ώμους , την πλάτη και το στέρνο…

«Δεν πονάτε πουθενά;» τον ρώτησε, βέβαιος για την αρνητική του απάντηση. Την οποία μόλις την πήρε, του εξήγησε.

«Να σας πω την αλήθεια, δεν βλέπω να έχετε τίποτα. Αλλά ξέρετε κάτι; Εδώ είναι νοσοκομείο. Σας μετέφεραν εδώ μετά την ιστορία στην Τράπεζα και τους πυροβολισμούς , μαζί με άλλους. Έπρεπε να σας κρατήσουμε, να σας εξετάσουμε. Και τώρα, χρειαζόμαστε μια γραπτή σας δήλωση ότι φεύγετε από το νοσοκομείο και αυτή θα την υπογράψετε αφού συντάξω την έκθεσή μου. Η οποία θα λέει βέβαια ότι δεν έχετε τίποτα. Μετά, θα μιλήσετε με τους αστυνομικούς που σας περιμένουν έξω και μετά θα φύγετε. Συνεννοηθήκαμε;»

«Μα γιατρέ μου, θέλω να μάθω τι έγινε με τη φίλη μου. Την κοπέλα που έφαγε τη σφαίρα. Θέλω να πάω να τη δω…»

«Ηρεμήστε» τον διέκοψε ο γιατρός. « Η φίλη σας είναι καλά. Όσο καλά μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έχει δεχτεί μια σφαίρα. Ήταν πολύ τυχερή. Ευτυχώς που βρέθηκε στη μέση κι αυτός ο νέος, αυτός που τον είχε αρπάξει ο ληστής και μετά μπήκε μπροστά…Θα τη δείτε σύντομα. Έλάτε να συντάξουμε την έκθεση, να κάνετε τη δήλωση, να μιλήσετε με τους αστυνομικούς και μετά…»

Ο Πέτρος άκουγε και συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε τίποτα. Τι, ποιος, πως…
Αλλά τα πράγματα έγιναν κανονικά. Σε ένα τέταρτο, είχε συνταχθεί η έκθεση, είχε υπογραφεί η δήλωση, του είχε δοθεί το εξιτήριο και ο Πέτρος είχε βγει από τα Εξωτερικά ιατρεία και είχε καθίσει σ΄ένα τραπεζάκι μ έναν αστυνομικό. Κι αυτή η διαδικασία είχε κρατήσει λίγο. Στοιχεία ταυτότητας, σύντομη περιγραφή των γεγονότων, υπόμνηση ότι θα κληθεί στην ασφάλεια μέσα σε 48 ώρες για πλήρη κατάθεση και βρέθηκε στο διάδρομο του νοσοκομείου. Λίγο πιο πέρα το βλέμμα του συνάντησε το Θωμά. Έτρεξε προς το μέρος του.

«Θωμά… Πού είναι η Ζωή; Έχουμε κανένα νέο;»
Ο Θωμάς έμενε ακόμη κουλουριασμένος στην καρέκλα του, κοιτάζοντας το κενό.
«Τίποτα ακόμα» είπε με φωνή ξεψυχισμένη.
«Οι γονείς σου;»
«Με το γιατρό.», απάντησε κοφτά.

Ο Πέτρος σφηνώθηκε αμίλητος σε ένα από τα πλαστικά λευκά καθίσματα, απέναντι από το Θωμά. Η σκέψη του έτρεξε πάλι στα γεγονότα. Τα αναψηλάφησε. Τα ‘φερε στη μνήμη του.

Ο ήχος των πυροβολισμών αντηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του, ξυπνώντας του εικόνες που ‘χε αφήσει βαθειά, στο πίσω μέρος του μυαλού του κι είχε ευχηθεί να μην έβγαιναν ποτέ ξανά στην επιφάνεια….

Δε θυμόταν πολλά από την παιδική του ηλικία. Κάποιες γιορτές, κάποιες φορές στην εκκλησία, παιχνίδια και φίλους να τρέχουν και να φωνάζουν, τα πρόσωπα των γονιών του.

Κι’ εκείνη τη νύχτα….κι ας είχε προσπαθήσει τόσο να ξεχάσει…

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ": Μέρος 12ο - Το μυαλό τελικά μας παίζει συνέχεια παιχνίδια

«Μαμαααά νομίζω ότι είναι έτοιμο!»

Η Ζωή επανήλθε στο σήμερα, στο σπίτι της, στην κόρη της και στο κέικ της. Μπήκε στην κουζίνα και αγκάλιασε τη Μαρίνα σφιχτά.
«Βρε μαμά μη με σφίγγεις θα σκάσω!»
Της έδωσε ένα σκαστό φιλί και της χαμογέλασε. « Σου έχω πει πόσο ευτυχισμένη είμαι που είμαι μαμά σου;»

«Μου το έχεις πει. Και ο μπαμπάς είναι ευτυχισμένος που είναι μπαμπάς μου;»

«Φυσικά ομορφιά μου. Φέρε μου το γάντι από εκεί πάνω να βγάλουμε το κέικ και ετοιμάσου, θα πάμε στη γιαγιά και στο Θωμά να δούμε αν θα τους αρέσει!»

Μπήκαν στο αυτοκίνητο για να πάνε στη μάνα της. Την είχε βοηθήσει η μάνα της πολύ, μέσα σε όλα αυτά που συνέβησαν. Ήταν η μόνη που δεν την κατηγόρησε, που τη στήριξε και τη βοήθησε. Δεν τη ρώτησε ποτέ τίποτα, δε σχολίασε, δεν συμβούλεψε, παρά μόνο μια φορά. Βγαίνοντας από το μαιευτήριο, περίμεναν τον Αντρέα να φέρει το αυτοκίνητο την κοίταξε και της είπε:

«Αυτό το παιδί είναι δώρο Θεού, θα σας φέρει ευτυχία, θα σας αλλάξει τη ζωή. Αλλά μόνο αν καταφέρεις να ξεγράψεις το παρελθόν. Όποιος κι αν είναι ο πατέρας του, άσε τον Αντρέα να το μεγαλώσει και μην ψάξεις, μη μάθεις, μην τον κάνεις να αναρωτηθεί. Δεν του αξίζει και δεν σου αξίζει ούτε κι εσένα. Εγώ δε θα ξαναπώ τίποτα, είμαι μάνα και καταλαβαίνω δυστυχώς πιο πολλά απ’ όσα αντέχω».

Ο Αντρέας ήρθε, μπήκαν στο αμάξι και δεν ξανασυζήτησαν ποτέ τίποτα. Η μάνα της κράτησε το λόγο της, το ίδιο και η Ζωή. Δεν έψαξε, δεν εκμυστηρεύτηκε, σα να το έβγαλε από το μυαλό της. Τώρα γιατί πάλι αυτές οι σκέψεις, γιατί επέστρεψαν να τη βασανίσουν; Καλά έλεγε κάποιος ότι το παρελθόν πάντοτε σου χτυπάει την πόρτα…

Οι υπόλοιπες μέρες στην Εντατική μονάδα είχαν περάσει ήσυχα, χωρίς τον Έκτορα και χωρίς άλλες συγκινήσεις. Τα σκεφτόταν όλα ξανά και ξανά, πως τον είχε γνωρίσει, πόσο τον είχε ερωτευτεί, τι αντίδραση είχαν οι γονείς της, πόσο πάλευαν όλοι να τους χωρίσουν, πόσο τελικά την είχαν επηρεάσει.

Μέσα της δεν είχε απενοχοποιήσει την καταγωγή του. Υπήρχε προκατάληψη, και μια προκατάληψη δεν γεννιέται σε ένα ολόκληρο Έθνος χωρίς λόγο. Ήταν όλα όσα έγιναν από τα τέλη της δεκαετίας του 90, όλα τα περιστατικά με Αλβανούς, που χαρακτήριζαν και τον Έκτορα χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα.

Η Αλβανία ήταν μια πάμφτωχη χώρα και όσοι ερχόντουσαν εδώ ήταν κατά κύριο λόγο στερημένοι και άδειοι από καλοσύνη. Εξάλλου όταν είναι το στομάχι άδειο, το κεφάλι δεν σκέφτεται σωστά. Τον προσέγγισαν τον Έκτορα, από διάφορες παρέες – άσχημες παρέες που ήθελαν να εκμεταλλευτούν την προσωπικότητα του και το καθαρό του μητρώο για να τους βοηθήσει στις παλιοδουλειές τους.

Δεν ήταν εύκολο να τους πεις όχι. Αλλά ο Έκτορας το έκανε. Κατάφερε να κρατήσει τον εαυτό του τίμιο, μέσα σε μια Ελλάδα που η μισή έτρεφε μίσος για τους Αλβανούς και η άλλη μισή τους εκμεταλλευόταν . Μέσα σε περιβάλλον προκατάληψης κατάφερε όχι μόνο να μην υποπέσει σε παρανομίες, αλλά να γίνει ένας σωστός επαγγελματίας.

Έμπνευση του πάντοτε η Ζωή. Μέσα του ήξερε ότι δεν θα ήταν εύκολο αλλά πίστευε ότι η αγάπη θα κερδίσει την προκατάληψη. Ακόμα και όταν της μπόλιασαν το μυαλό με δηλητήριο και κατάφεραν να τους χωρίσουν, αυτός και πάλι πίστευε ότι η αγάπη θα νικήσει. Όταν έμαθε για τη σχέση της με τον Αντρέα λύγισε, αλλά πάλι δυνάμωσε και ξεκίνησε να οργανώνει το σχέδιο του: θα μάζευε χρήματα και θα πήγαινε να τη βρει. Θα της πρότεινε να φύγουν μαζί.

Όλα αυτά της τα είχε πει τα βράδια στο νοσοκομείο, ιδίως το τελευταίο βράδυ.

Της είχε πει όλες του τις σκέψεις και τα όνειρα, και η Ζωή έβλεπε μπροστά της έναν άντρα στον οποίο μπορούσε να στηριχτεί. Έναν άντρα που την αγαπούσε σταθερά και πιστά εδώ και τόσα χρόνια, έναν άντρα μορφωμένο και ικανό.

Τι παραπάνω να ζητήσει μια γυναίκα για να είναι ευτυχισμένη; Γιατί άκουσε τους γονείς και τις φίλες της, γιατί άφησε λόγια του κόσμου να της μαυρίσουν την καρδιά, γιατί επηρεάστηκε τόσο ώστε να χωρίσει τον Έκτορα; Δεν ήταν αργά.

Θα χώριζε με τον Αντρέα, θα του μιλούσε ειλικρινά. Θα του έλεγε ότι δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του και αυτός θα καταλάβαινε. Ίσως να την πίεζε λίγο στην αρχή αλλά αργά η γρήγορα θα καταλάβαινε.

Οι μέρες περνούσαν και η Ζωή καλυτέρευε. Η ψυχολογία της τη βοηθούσε πολύ. Βγήκε από την Εντατική, πήγε σε κανονικό δωμάτιο και εκεί οι ώρες του επισκεπτηρίου ήταν πολύ περισσότερες. Ήρθε κι ο Θωμάς.

Πόσο τον είχε πεθυμήσει το Θωμά! Μίλησαν για τα όσα έγιναν, χωρίς να της αναφέρει λέξη για το ότι είχε δει τον Έκτορα. Ήξερε καλά πόσο είχε πονέσει η αδερφή του από όλη αυτή την ιστορία και δεν ήθελε να την συγχίζει. Είχε απορία για το τι έγινε αλλά θα περίμενε και θα τη ρωτούσε αργότερα, όταν θα γύριζαν στο σπίτι.

Ήξερε να περιμένει ο Θωμάς, είχε μάθει πόσο σημαντικό είναι να περιμένεις τη σωστή στιγμή. Ήρθε και ο Λεωνίδας, και οι συνάδελφοι της από το γραφείο, και το δωμάτιο γέμισε λουλούδια, όλα έμοιαζαν όμορφα στα μάτια της.

Ένα απόγευμα ήρθε στο δωμάτιο της η Χριστίνα η νοσοκόμα από τη μονάδα. Ήταν εκεί ο Αντρέας και η Γεωργία και τους ζήτησε να βγουν έξω για να της …κάνει κάτι. Τίποτε δεν ήθελε να της κάνει. Να της μιλήσει ήθελε.

Μόλις βγήκαν την πλησίασε και της έδωσε ένα μικρό κουτί.

« Συγνώμη που τους έβγαλα έξω αλλά καλύτερα να μην το έβλεπε κανείς. Είναι από τον Έκτορα. Μου είπε να προσέξω να στο δώσω όταν θα είσαι μόνη σου αλλά όποτε περνάω κάποιος είναι εδώ μαζί σου. Μου είπε να σου πω να γελάς και ότι θα σε δει σύντομα.»

Η Ζωή την ευχαρίστησε και έβαλε το κουτάκι κάτω από το μαξιλάρι της. Η Χριστίνα βγήκε και ο Αντρέας με τη Γεωργία μπήκαν στο δωμάτιο.

« Άντε Ζωίτσα να βγεις να πάμε ένα μικρό ταξιδάκι όλοι μαζί, να ξεφύγεις από όλα αυτά»

« Μια χαρά είμαι, αρκετές διακοπές έχω κάνει. Να γυρίσω στη δουλειά θέλω.»

« Γιατί βιάζεσαι μωρό μου, δε χάθηκε ο κόσμος να λείψεις λίγες μέρες ακόμα.»

«Χάθηκε ρε Αντρέα, αφού σου λέω ότι θέλω να επιστρέψω, δεν έχω καμία διάθεση για διακοπές»

«Καλά Ζωίτσα μη μας δείρεις κιόλας! Εγώ για σένα το είπα»

Είχαν αρχίσει να την εκνευρίζουν τα πάντα πάνω στον Αντρέα. Αυτά που έλεγε, ο τρόπος που σκεφτόταν, ακόμα και ο τρόπος που την έλεγε «μωρό μου».

Και αυτή η Γεωργία, έπρεπε να έρχεται κάθε μέρα εδώ πέρα; Δεν τους είχε αφήσει ούτε μια μέρα μόνους τους, να τα πούνε λιγάκι, να αρχίσει να τον προδιαθέτει για κάποια πράγματα.

« Γεωργία μας αφήνεις λίγο μόνους;»

« Φυσικά, πάω να πάρω ένα καφέ και θα έρθω αργότερα»

«Τι έχεις πάθει μωρό μου;» της είπε με γλύκα και πλησίασε στο κρεβάτι της.
« Δεν ξέρω Αντρέα. Μερικές φορές με εκνευρίζουν τα πάντα. Και αυτή η Γεωργία, δεν τη θέλω κάθε μέρα και κάθε στιγμή εδώ. Δεν έχουμε μείνει μόνοι μας ούτε ένα λεπτό»

«Μωράκι μου, δεν το σκέφτηκα, με συγχωρείς. Έχεις απόλυτο δίκιο. Απλά έγινε ρουτίνα και κάθε μέρα με φέρνει αυτή μετά τη δουλειά για να μην ερχόμαστε με δύο αυτοκίνητα. Θα της πω αύριο ότι θα έρθω μόνος μου».

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Ξέρεις Ζωή μου, είχα σχέδια για τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, εγώ έκανα σχέδια και παραλίγο να σε χάσω!»

Άνοιξε η πόρτα και μπήκε η μαμά της Ζωής και από πίσω …η Γεωργία!

«Κοιτάξτε ποιόν συνάντησα κάτω! Λοιπόν πιτσουνάκια μου τα είπατε γιατί πρέπει να φύγουμε;»

Ο Αντρέας έσκυψε στο αυτί της και της είπε « αύριο», πήρε το μπουφάν του και έφυγε με τη Γεωργία. Η Ζωή έμεινε με τη μαμά της. Κάτι δεν της άρεσε σε όλα αυτά. Άξιζε να ασχοληθεί άραγε; Αφού σκόπευε να του πει να χωρίσουνε, τι την πείραζε; Όχι, όχι δε γινόταν, ήταν θέμα εγωισμού. Δεν θα έχανε τα κεκτημένα της από μια δήθεν φίλη.

Το μυαλό τελικά μας παίζει συνέχεια παιχνίδια. Από εκεί που σκεφτόταν πως θα έλεγε στον κακομοίρη τον Αντρέα να χωρίσουνε, ξάφνου ασχολούταν με το πώς θα εξολόθρευε τη Γεωργία! Ο Αντρέας και η Γεωργία βγήκαν από το δωμάτιο και μπήκαν στο ασανσέρ του νοσοκομείου.

«Γιατί δε μίλησες; Με διώξατε και δεν είπες τίποτα»

« Τι να πω παιδάκι μου, είσαι στα καλά σου; Καλά έκανε και σε έδιωξε, αφού δεν το καταλαβαίνεις να βγεις έξω λιγάκι μόνη σου. Α, και αύριο θα έρθω μόνος μου»

« Τι; Αυτή στο ζήτησε; Ξέχνα το, θα έρθω κι εγώ αλλιώς θα της πω τα πάντα, και δε με ενδιαφέρει που είναι στο νοσοκομείο»

Βγήκαν από το ασανσέρ και πέρασαν το προαύλιο. Βγήκαν στο δρόμο και έστριψαν αριστερά σε ένα στενό για να βρουν το αυτοκίνητο της Γεωργίας εκεί που το είχε παρκάρει.

«Ξέρεις κάτι », της είπε ο Αντρέας, «κάθε μέρα που περνάει, με κάνεις και σκέφτομαι ότι ποτέ, ότι κι αν γινόταν δε θα ήμουν μαζί σου. Κατ αρχάς τι θα πει «θα της πω τα πάντα» ; Ποια είναι «τα πάντα»; Τι θα της πεις; Ότι κάποια στιγμή με φλερτάρισες; Κι ότι εγώ ο βλάκας έδωσα την εντύπωση ότι ανταποκρίθηκα; Ότι με γουστάρεις και ότι προσπαθείς να μας χωρίσεις; Κι ότι για χάρη της φιλίας ολονών μας κάνω τα στραβά μάτια; Εντάξει, η συμπεριφορά μου δεν ήταν και η καλύτερη, δεν σε αποθάρρυνα απ΄ την αρχή αλλά τώρα πια καταλαβαίνω ότι είσαι μια πολύ κακιά γυναίκα. Κάνε ότι θέλεις. Πες της ότι θες. Και τώρα άμα θέλεις. Τη βαρέθηκα αυτή την ιστορία».

Άρχισε να περπατάει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Γεωργία είχε μείνει έξω από το αυτοκίνητο. Έκατσε στο πεζοδρόμιο. Πως τα είχε καταφέρει έτσι; Τα είχε καταστρέψει όλα. Πάνω που όλα πήγαιναν όπως τα είχε σχεδιάσει… και τα διέλυσε.

Την είχε πιάσει από κοντά τη Χριστίνα και είχε μάθει αρκετά. Με το…ανάλογο τίμημα βέβαια. Μεταξύ …κατεργαρέων! Της τάχε πει η Χριστίνα.

Ότι ο Έκτορας έβλεπε τα βράδια τη Ζωή και της μιλούσε, ότι σκόπευε να τη διεκδικήσει. Χρειάστηκε να της δώσει 150 ευρώ γι αυτή την πληροφορία, αλλά όταν βρίσκεις τον άλλο στην ανάγκη, όλοι έχουν την τιμή τους. Και αντί να περιμένει να γίνουν όλα όπως έπρεπε, μίλησε και τα χάλασε όλα. Τώρα τι θα έκανε; Έπρεπε να σκεφτεί καλά.

Πίσω στο δωμάτιο, η μητέρα της Ζωής τη φρόντισε όπως κάθε μέρα. Μετά από λίγο ήρθε και ο πατέρας της. Είχε τρομάξει πολύ για το παιδί του, δεν άντεχε πολύ τις συγκινήσεις. Λίγα χρόνια πριν ο Θωμάς, τώρα η Ζωή, όλα αυτά τον είχαν αναστατώσει πολύ, ένιωθε ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι και ένιωθε άσχημα.

« Άντε, τελείωνε να φύγουμε να την αφήσουμε να ησυχάσει, την έχουν ζαλίσει όλη τη μέρα». Η κυρία Ασπασία δε μίλησε, μάζεψε τα ρούχα της Ζωής, τα έβαλε στην ντουλάπα, πήρε τη ζακέτα της και φίλησε την κόρη της. «Αν χρειαστείς κάτι πάρε μας τηλέφωνο, στο σπίτι θα είμαστε»

Η πόρτα έκλεισε και η Ζωή έμεινε επιτέλους μόνη της. Ο πατέρας της- ποιος άλλος βέβαια- είχε βάλει μέσον τον Υπουργό και την είχαν βάλει σε δίκλινο, στο οποίο δεν ήταν άλλος ασθενής. Το βράδυ, όταν έφευγαν όλοι, έμενε μόνη της. Και μπορούσε να σκεφτεί με την άνεσή της. Τι να σκεφτεί; Την ίδια, γνωστή ιστορία.
Άνοιξε το κουτάκι και βρήκε μέσα δύο μικρά κοχύλια και ένα σημείωμα:

Ποτέ ξανά χώρια εγώ κι εσύ. Κι αν σε χάσω θα σε ξαναβρώ.
Έ.
Έβγαλε το χαρτάκι και το έκρυψε καλά μέσα στο πορτοφόλι της. Δεν έπρεπε να το δει κανείς, μέχρι να αποφάσιζε να τα αποκαλύψει όλα.

Θα το αποφάσιζε; Θα τα αποκάλυπτε; Θα γύριζε στον Έκτορα; Κι αν ήταν λάθος; Κι αν ήταν όντως από άλλους κόσμους; Τόσο εύκολα κλονιζόταν η αγάπη της; Όχι, τον αγαπούσε τον Έκτορα, θα τα αντιμετώπιζε όλα γι αυτόν. Ξάφνου δεν ήθελε τίποτα και κανέναν. Δεν ήθελε να αποφασίσει, δεν ήθελε να δυσκολευτεί, απλά δεν ήθελε.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό της.

« Σ’ αγαπώ. Αντρέας»

Κοίταξε την ώρα. Ήταν 12 τα μεσάνυχτα. Ώρα για ύπνο.