Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 21ο - Το σημείωμα του Έκτορα

Η Ζωή σηκώθηκε από τον καναπέ και άρχισε να περιφέρεται στο σπίτι, να περιεργάζεται τις γωνιές του, να σκαρώνει αναμνήσεις από τα χρόνια που έμενε ακόμη εκεί.

Το βλέμμα της σταμάτησε σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα της, όταν ήταν ακόμη νέος, σε μια γωνιά πάνω στο τζάκι. Τον κοίταξε με νοσταλγία. Δεν θυμόταν να την είχε κάνει πολλές φορές να αισθανθεί πως την αγαπούσε. Συχνά ένιωθε πως όλα πάνω της τον εκνεύριζαν, πως τα πάντα που έκανε και που έλεγε τον ενοχλούσαν. Ποτέ δεν είχε δείξει κάποια ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα παιδιά του, έκτος από το Θωμά και σ’ αυτόν μετά το ατύχημα. Δεν είχε παράπονο πως αγαπούσε κάποιον άλλον στην θέση της. Για κανέναν δεν πετούσε τη σκούφια του ο πατέρας της. Σε κανέναν δεν έδειχνε τη στοργή και την αγάπη του. Κι αν κάποτε, έπεφτες όπως εκείνη στην παγίδα να αναρωτηθείς αν σε αγαπούσε πραγματικά, θα ήταν πολύ λίγες οι στιγμές που θα μπορούσες να θυμηθείς και να πεις με σιγουριά πως ναι, τότε μου το ‘χε δείξει καθαρά…

Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν στ’ αλήθεια την πείραζε αυτή η – θα μπορούσε να πει – αποστροφή προς εκείνη. Για τον πατέρα της, η Ζωή τίποτε δεν έκανε καλά στη ζωή της, καμία απόφαση που είχε πάρει δεν ήταν η σωστή. Κι ακόμα κι αν επέλεγε τελικά να κάνει το χατίρι του, να τον ευχαριστήσει, ακόμα κι αυτές τις αποφάσεις εκείνος τις ένιωθε δεδομένες, λογικές. Γι’ αυτό και για κανένα από τα «σωστά» που χε κάνει στη ζωή της δεν είχε ακούσει ένα «μπράβο». Γιατί έτσι «έπρεπε» να ‘χει κάνει.

Ο πατέρας της ήταν αυστηρός, με όλους και σχεδόν για τα πάντα. Μα συνεχώς η Ζωή σκεφτόταν πως δε μπορούσε να είναι μόνο αυτό: απλά πολύ αυστηρός, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Κάπου θα ‘πρεπε να κρύβεται λίγη αγάπη. Όλοι οι άνθρωποι κάπου την εκφράζουμε αυτή την αγάπη που ‘χουμε μέσα μας. Εντάξει, τα τελευταία χρόνια εκείνος την εξέφραζε στο Θωμά. Του έκανε τα χατίρια, δεν του φώναζε κι αυτό ήταν για εκείνον μια έκφραση αγάπης. Πόσο πολύ θα την πλήγωνε αυτή του η ψυχρότητα τη μητέρα της, σκέφτηκε.

Παράξενος άνθρωπος ο πατέρας. Με τα μυστικά του, όπως όλοι τους βέβαια… Μα κάτι της έλεγε πως δεν ήταν στ’ αλήθεια τόσο ψυχρός κι απόμακρος. Πως μέσα του η καρδιά του ήταν μαλακή και γεμάτη αγάπη. Στο κάτω - κάτω πάντα ήθελε το καλύτερο για παιδιά του. Κι αυτό δυστυχώς το εξέφραζε με τον χειρότερο τρόπο, μα η πρόθεσή του ήταν πάντα το καλό των παιδιών του και της οικογένειάς του, ή τέλος πάντων αυτό που εκείνος θεωρούσε καλό.

Γιατί τα σκεφτόταν όλα αυτά η Ζωή; Γιατί τώρα; Τώρα που είχε πια απομυθοποιηθεί στα μάτια των παιδιών του, έδειχνε ένα πρόσωπο περισσότερο ανθρώπινο και προσιτό από πριν. Κι αυτό ήταν που κι εκείνη προσπαθούσε εκείνη τη στιγμή να κάνει. Να τον καταλάβει. Να βρει μια λογική κρυμμένη πίσω από όλη εκείνη την απρόσωπη συμπεριφορά. Το είχε ανάγκη… Είχε ανάγκη να ξέρει γιατί όταν προσπαθούσε να θυμηθεί τα παιδικά της χρόνια, δεν έβρισκε στη μνήμη της ούτε μια τρυφερή στιγμή, που να την έχει πάρει στην αγκαλιά του, ή να της λέει πόσο την αγαπάει…

Το βλέμμα της έπεσε ξαφνικά στο το πόδι της. Μια σταγόνα αίμα έτρεχε από τον αστράγαλο στο πάτωμα. Τελικά το γυαλί την είχε κόψει παραπάνω από όσο έδειχνε στην αρχή…

«Γαμώτο!» είπε μέσα της.

Πήρε την τσάντα της στα χέρια, άνοιξε το φερμουάρ για να βρει ένα από τα τσιρότα που κουβαλούσε μαζί για τη Μαρίνα, η οποία το ‘χε συνήθειο μια φορά την εβδομάδα να πέφτει και να χτυπάει. Το μάτι της έπεσε σ’ ένα λευκό διπλωμένο χαρτάκι. Το πήρε στα χέρια της κι άρχισε να το ξεδιπλώνει υπομονετικά.



Ποτέ ξανά χώρια εγώ κι εσύ. Κι αν σε χάσω θα σε ξαναβρώ.


Το μικρό λευκό χαρτάκι γλίστρησε από τα χέρια της απαλά.
Δεν ήταν δυνατόν! Η Ζωή κοκάλωσε. Το κοίταξε ξανά, ενώ για λίγο ένιωσε την καρδιά της να σταματάει. Δε μπορεί… σκέφτηκε. Μα πώς είχε βρεθεί στην τσάντα της αυτό το σημείωμα; Ήταν σίγουρη χίλια τα εκατό πως δεν το ‘χε πάρει μαζί της. Ή μήπως το ‘χε πάρει; Μα όχι, το θυμόταν καθαρά.

Το πήρε στα χέρια της να το περιεργαστεί. Το διάβασε για ακόμη μια φορά.


Ποτέ ξανά χώρια εγώ κι εσύ. Κι αν σε χάσω θα σε ξαναβρώ.

Το ίδιο εκείνο σημείωμα, που είχε στο δωμάτιό της στο σπίτι της, είχε βρεθεί μέσα στην τσάντα της. Μα πώς ήταν δυνατόν;

Μα…ναι…αυτό ήταν…δεν ήταν το ίδιο σημείωμα! Ήταν άλλο ένα ίδιο, όχι όμως εκείνο, που χρόνια πριν είχε φτάσει μέσα σ’ ένα κουτί στα χέρια της. Ήταν ένα άλλο καινούριο σημείωμα. Ήταν πια σίγουρη. Το παλιό είχε και το μονόγραμμα του Έκτορα στο τέλος. Αυτό δεν είχε τίποτα. Ποιος μπορεί να το έβαλε μέσα στην τσάντα της;

Εκείνος; Μα… πώς; Με ποιον τρόπο είχε εκείνος πρόσβαση στα προσωπικά της αντικείμενα; Δεν ήξερε καν πια πού βρισκόταν. Καιρό τώρα είχε χάσει τα ίχνη του.

Ο ίδιος εκείνος γνώριμος φόβος είχε αρχίσει ξανά να κυριεύει όλη της την ύπαρξη. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο της το κορμί, μέχρι που έφτασε στην καρδιά της. Ο άνθρωπος αυτός, που της ξυπνούσε τόσο έντονα και τόσο διαφορετικά συναισθήματα, αγάπη, φόβο, πάθος, αγωνία, χαρά και δυστυχία, έβρισκε πάντα έναν μοναδικό τρόπο να τρυπώνει στη ζωή της, έναν τρόπο που δεν της επέτρεπε να περάσει έστω μια μέρα δίχως να τον έχει φέρει έστω για λίγο στο μυαλό της. Μα η αλήθεια ήταν άλλη. Όχι, δε χρειαζόταν να τον φέρει ξανά μέσα στη σκέψη της. Ο Έκτορας κατοικούσε εκεί, δεν είχε φύγει ποτέ, για να πρέπει να ξανάρθει.

Το τηλέφωνο έκλεισε κι η Ζωή έβαλε βιαστικά το χαρτάκι ξανά μέσα στην τσάντα της. Ένας θόρυβος από βήματα ακούστηκε από την άλλη πλευρά του διαδρόμου, προς τα υπνοδωμάτια. Η Ζωή σηκώθηκε να δει ποιος ήταν.
Η μητέρα της είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και πήγαινε προς το σαλόνι.

«Ζωή! Το παιδί!» της φώναξε.

«Ποιο παιδί; Μαρίνα;» φώναξε πανικόβλητη κι έτρεξε προς το μπαλκόνι.

«Μαρίνα!» φώναξε ξανά μ’ όλη της τη δύναμη. «Μαρίνα πού είσαι; Βγες αμέσως να σε δω!» Καμία απόκριση…

«Μαρίνα!»