Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 25o - Oι ετοιμασίες για την Αμερική

«Τώρα που θα φύγω για Αμερική κανόνισε να προσέχεις την αδελφή μου για δύο ε!» είχε πει στον Ανδρέα καθώς εκείνος έκλεινε το καροτσάκι του Θωμά για να το βάλει στο πορτμπαγκάζ.

«Μην ανησυχείς ! Πήγαινε εσύ έξω, κάνε αυτό που πρέπει και να’σαι ήσυχος! Άντε και να πάνε όλα καλά!»

«Ευτυχώς που ήρθε αυτό το παιδί και σας έβαλε σε ρυθμό! Έτσι που το πηγαίνατε θα παντρευόσασταν τη μέρα που θα έβγαινε και η σύνταξη σας!» γέλασε η κυρά-Ασπασία που τους κατέβαζε εκείνη την ώρα τα σακάκια και άκουσε τη συζήτηση.

Ήταν Παρασκευή βράδυ και οι δύο άντρες θα πήγαιναν να αποχαιρετήσουν γλεντώντας την ελευθερία του Ανδρέα!

Σε δύο μέρες παντρευόταν!
Όλα είχαν γίνει πολύ βιαστικά.
Τρεις εβδομάδες αφότου η Ζωή βγήκε απ’το νοσοκομείο επιβεβαίωσαν την εγκυμοσύνη της. Δεν είχαν και πολλά περιθώρια. Ο Θωμάς θα τελείωνε την εξεταστική του και στις 18 Μαρτίου θα έφευγε για την Καλιφόρνια.

Ο γάμος έπρεπε να γίνει νωρίς, πριν αρχίσει να φουσκώνει και η κοιλιά της Ζωής και αρχίσουν και τα κακεντρεχή σχόλια που δε συνέφεραν κανέναν από την οικογένεια.

Παρ’ όλα αυτά η Ασπασία με τη συμπεθέρα της την Ειρήνη τρέχοντας επί έναν μήνα περίπου εικοσιπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο πρόλαβαν και τα οργάνωσαν όλα στην εντέλεια!

Στον γάμο είχε έρθει και ο Υπουργός και ας ήταν μια βδομάδα μόνο πριν τις εκλογές.

«Θα είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνετε και δημόσιες σχέσεις και να έρθετε για άλλη μια φορά κοντά σε χαρούμενες στιγμές του κόσμου» του είχε πει ο κυρ-Χρήστος στην προσπάθεια του να τον πείσει και να κάνει φυσικά και το κομμάτι του.

Και τα είχε καταφέρει μιας και ήταν χρόνια καλοί φίλοι και συνεργάτες και η Ζωή είχε κάνει τα πρώτα της δημοσιογραφικά βήματα στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού.

«Να την αγαπάς κουνιάδε! Ε; Μου το υπόσχεσαι;» είχε πει ο Θωμάς στον Ανδρέα εκείνο το βράδυ, μεταξύ δεύτερου και τρίτου ποτού.

«Στο υπόσχομαι! Θα την αγαπώ πιο πολύ και απ’τη ζωή μου! Της αξίζει! Θα την αγαπώ για όλα όσα ζήσαμε, για όλα όσα θα ζήσουμε, για το παιδί μας, για όλα! Ακόμη και για τα δύο ένοχα μυστικά μας που δεν κατάφεραν να μας χωρίσουν… Άντε εβίβα! Και στα βαφτίσια του παιδιού να χορεύεις κιόλας!»

******************************************************

Μπήκε στο σαλόνι να πάει προς το υπνοδωμάτιο της μητέρας του, όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στο τζάκι, στη φωτογραφία του πατέρα του.
«Ούτε εγώ θέλω να μιλήσω» είχε ξεκαθαρίσει στην αδελφή του το απόγευμα για τον πατέρα τους και τώρα που το ξανασκέφτηκε δεν το μετάνιωσε.

Τις παραμονές των Χριστουγέννων είχε πρωτοσυζητήσει ο Θωμάς με τον πατέρα του για την επέμβαση που σκεφτόταν.

Του είχε πει για τη νέα μέθοδο με τα πολύ μικροσκοπικά έως αόρατα τσιπάκια. Αυτά που επιστημονικά τα λένε Νανορομπότ. Που διεισδύουν ακόμη και στην πιο μικρή κοιλότητα του μικρότερου ανθρώπινου οστού Και έχοντας ενσωματωμένη και μια μικροκάμερα δίνουν στο χειρουργό τις απαραίτητες πληροφορίες.

« Είναι τηλεκατευθυνόμενα» είχε εξηγήσει ο Θωμάς στον πατέρα του. «Είναι σαν να αποτελούν την προέκταση του ανθρώπινου χεριού εκεί που αυτό δε μπορεί να φτάσουν ούτε στη φαντασία τους οι γιατροί».

Έτσι έντονα του τα είχε πρωτοπεριγράψει όλα του Θωμά ο Στέφανος, ένας απ’τους λίγους καλούς φίλους που είχε κρατήσει απ’το Δημοτικό και που όταν ήταν πρωτοετής στην Ιατρική, τότε που του είχε ζητήσει να ψάξουν στο Internet για την περίπτωση του, είχε ψάξει, είχε ρωτήσει, είχε ερευνήσει και είχε καταλήξει σε αποτέλεσμα.

Είχε εντυπωσιαστεί ο Θωμάς. Και έτσι, με θαυμασμό για την τεχνολογία και τις προόδους στην Ιατρική, με πίστη στις δυνατότητες που είχαν εξελιχθεί στον τομέα που τον «έκαιγε», έτσι ακριβώς του τα είχε μεταφέρει και του κυρίου Χρήστου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ που τον πέτυχε ευχαριστημένο. Ήταν φυσικό. Τον είχε «βρει» λίγα λεπτά μετά το τέλος μιας τηλεοπτικής πολιτικής συζήτησης όπου «ο Υπουργός ήταν ο μόνος που βγήκε επικοινωνιακά κερδισμένος» όπως έλεγε και ξανάλεγε ο πατέρας του.

Βέβαια εκείνη την περίοδο ο «υπουργός» δεν ήταν Υπουργός. Αλλά ο πατέρας τους το είχε πει πριν από χρόνια: « Όταν κάποιος γίνεται Υπουργός, παραμένει «υπουργός» για πάντα. Έτσι τον λέμε, είναι δεν είναι. Μπείτε μια μέρα στο καφενείο της Βουλής κι ακούστε Υπουργέ μου από ‘δω, Υπουργέ μου από ΄κει…λες και όλοι εκεί μέσα είναι πραγματικοί Υπουργοί. Δε βαριέσαι, άλλοι είναι, άλλοι ήταν, άλλοι θέλουν να γίνουν…»

Ήταν απ’ τις λίγες φορές που μετά το ατύχημα ο Θωμάς μιλούσε για κάτι με τόσο ενθουσιασμό. Και ο Χρήστος άκουγε και φαινόταν σαν να την περίμενε κάποια μέρα αυτή τη συζήτηση να συμβεί…

«Θωμάκο μου, αγόρι μου, κάτι έχω ακούσει και εγώ γι’αυτή τη μέθοδο και αυτόν τον γιατρό εκεί στην Καλιφόρνια, τυχαία… πάνω σε κάποια συζήτηση… ούτε που θυμάμαι. Για τόσο σοβαρή περίπτωση οι πιθανότητες, δε λέω, είναι καλές. Αλλά… υπάρχουν και άλλα που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Με τα ταξίδια, την επέμβαση, την αποθεραπεία, με όλα αυτά μαζί, θα χάσεις ένα εξάμηνο από τις σπουδές σου και… αυτά πάνε αλυσίδα. Μήπως να περιμένουμε 2-3 χρόνια και για τη βελτίωση αυτών των μεθόδων και να’χεις πάρει και εσύ το πτυχίο;»

Τον άκουγε προσεκτικά ο Θωμάς. Την περίμενε αυτή την προσεκτική και μετριοπαθή προσέγγιση από τον πατέρα του. Ήταν επιφυλακτικός άνθρωπος. «Καμένος» από ενθουσιασμούς και βιασύνες. Και ο Θωμάς χαιρόταν που τουλάχιστον δεν είχε κάνει καμία μνεία για τα έξοδα. Για τα λεφτά.

« Ούτως ή άλλως, το ξέρεις άλλωστε- εμείς θα’ μαστε πάντα στο πλευρό σου για ότι χρειάζεσαι, όποτε το θέλεις.» συνέχισε. «Όλοι, η οικογένεια σου ολόκληρη. Και οι φίλοι. Και οι γνωστοί. Και το περιβάλλον μας. Βέβαια δύο μήνες έξω, κάποιος θα πρέπει να’ρθει και να μένει μαζί σου» μπήκε σε άλλες λεπτομέρειες τώρα ο Χρήστος, δείχνοντας ότι επιφυλακτικός – ξε επιφυλακτικός, το θέμα του είχε «κολλήσει» στο μυαλό και το διύλιζε.

«Έξοδα και αυτά μα… εντάξει, αυτό είναι το λιγότερο, αλλά… να, θα’χει σίγουρα η όλη διαδικασία ένα άλφα κόστος, το’χεις ψάξει καθόλου;»

Σίγουρα ήταν προετοιμασμένος ο κυρ-Χρήστος γι’αυτήν την κουβέντα, δεν μπορεί, σκέφτηκε ο Θωμάς.

Σίγουρα τα’χε σκεφτεί και τα’χε ζυγίσει στο μυαλό του και για κάποιον λόγο την περίμενε χωρίς όμως να θέλει να την προκαλέσει ο ίδιος. Όση ώρα μιλούσε δεν ήταν αμήχανος. Ήταν μάλλον νευρικός και απέφευγε να κοιτάξει τον γιο του στα μάτια αλλά μιλούσε αποφασιστικά και χωρίς να κομπιάζει.

«Καμιά δεκαπενταριά μισθοί του Υπουργού όλα μαζί» του είπε κοφτά και μάλλον σκληρά ο Θωμάς κοιτώντας τον κατάματα και ο πατέρας του σάστισε.

Απρόβλεπτα για την ψυχραιμία του, το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης που έπαιζε τόση ώρα νευρικά στα χέρια του έπεσε στο πάτωμα . Οι μπαταρίες σκόρπισαν. Δεν το μάζεψε, πέταξε και το καπάκι του που του είχε μείνει στα χέρια και μαζί 2-3 βρισιές στον αέρα που απευθύνονταν όχι στο τηλεκοντρόλ αλλά στην όλη κατάσταση.

«Αρχές του μήνα έδωσα και για το Proficiency, με τη γλώσσα δεν έχω πρόβλημα. Και έξω θα φύγω μόνος. Δύο μήνες θα’μαι συνέχεια μες στο νοσοκομείο, θα’ναι ιδιωτικό, θα τα’χω όλα, δε θα’ρθει κανείς έξω μαζί μου λοιπόν, δε χρειάζεται. Θα πάω μόνος και ότι θέλει ας γίνει. Θα μιλήσω και με την Επιτροπή για τους αναπήρους φοιτητές στο Πανεπιστήμιο να’χω σημειώσεις μέσω εθελοντών για το Δ Εξάμηνο, αν είναι να φύγω μετά την εξεταστική του Φλεβάρη.» είπε ο Θωμάς με σταθερή φωνή και βλέμμα.

Και στρέφοντας το αμαξίδιο του προς την πόρτα του σαλονιού για να φύγει μονολόγησε φωναχτά:

«Με τη γλώσσα, με τις σπουδές, με όλα αυτά το ξέρω πως θα τα καταφέρω. Με τη ζωή …παίζεται» .

«Θα το βάλουμε κάτω από Δευτέρα να δούμε» είπε ο Χρήστος βλέποντας την πλάτη του γιου του να απομακρύνεται. «Να’ρθει και ο Λεωνίδας, να ψάξω και τι μπορεί να γίνει με δάνειο ίσως, να μιλήσω και στον Υπουργό να δούμε».