Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 6ο - Το όνειρο (εφιάλτης)

Ξημέρωνε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μια δεκαετία έφευγε, ένας αιώνας άλλαζε. ‘Ολα γύρω από τη Ζωή έμοιαζαν ν΄ αλλάζουν. Ξύπνησε με πονοκέφαλο και συνειδητοποίησε ότι ήταν ντυμένη και ότι στον ύπνο της, κρυώνοντας προφανώς, είχε σκεπαστεί με την κουβέρτα. Ντυμένη και σκεπασμένη. Είχε ιδρώσει. Τα μαλλιά της είχαν γίνει χάλια. Μπήκε βιαστικά στο μπάνιο σαν τον κλέφτη για να μη δει κανένας τα χάλια της. Άνοιξε το νερό και κάθισε από κάτω. Έπρεπε να στεγνώσει τα μαλλιά της, έπρεπε να φτιαχτεί κάπως, να βαφτεί, να συγυριστεί, να χτενιστεί…


«Τα μαλλιά μου είναι χάλια» σκέφτηκε κοιτάζοντας τον καθρέφτη. «Και που να βρω κομμωτήριο σήμερα, Παραμονή…»


Κάπως «σουλουπώθηκε». Βγήκε στα γρήγορα, να μην πέσει πάνω σε κανέναν…πήγε στο δωμάτιό της…


Όλοι στο σπίτι ακούγονταν και έδειχναν πολύ χαρούμενοι. Ξαναβγήκε απ΄ το δωμάτιό της ντυμένη και φτιαγμένη και πήγε να φτιάξει καφέ. Δεν την πολυπρόσεξαν.


Αλλά ο μικρός, ο Θωμάς είχε τις …μαύρες του. Κάτι έδειχνε να τον προβληματίζει. Η Ζωή τον πρόσεξε. Έψαξε το βλέμμα του. Κάτι είχε. Πήγε, κοντά του, στη γωνιά του μεγάλου τραπεζιού. Έπινε αργά ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα με καφέ και κοίταζε …στο κενό. Τον αγκάλιασε.


- Γιατί δεν είσαι χαρούμενος αδερφάκι; τον ρώτησε. Αφού σε λίγο θα βγούμε στην αγορά για ψώνια και για καπουτσίνο που σου αρέσει, όλοι μαζί, όπως σου υποσχέθηκα με τον Ανδρέα. Τι τρέχει; Σου συμβαίνει κάτι;


Προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Θωμάς.


- Όχι , όχι…καλά είμαι. Απλά είδα ένα άσχημο όνειρο το βράδυ.

Αλλά ήταν δικαιολογίες. Και η Ζωή τον ήξερε καλά.


- Έλα τώρα…μη τα πιστεύεις αυτά…ποτέ δεν έχει βγει τίποτα αληθινό, έσπευσε να του πει, λέγοντάς το ταυτόχρονα και στον εαυτό της. Άντε πες μου τι είδες να βγει από μέσα σου και μετά να ετοιμαστούμε να φύγουμε.


Δίστασε ο Θωμάς αλλά αποφάσισε να της τα πει.


- Ήσουν εσύ με τον Έκτορα πάνω στο μηχανάκι σου. Εκείνο που είχες αγοράσει τότε με τόση χαρά. Εκείνο που πάθαμε το ατύχημα. Οδηγούσε ο Έκτορας κι εσύ τον κρατούσες σφιχτά κι όλο γέλαγες. Φαινόσασταν ευτυχισμένοι…και τότε ξαφνικά βλέπω το ίδιο λεωφορείο να έρχεται κατά πάνω σας κι ενώ ο Έκτορας μπορούσε να το αποφύγει , άφησε τα χέρια του και το λεωφορείο έπεσε επάνω σας. Το επέλεξε Ζωή, το κατάλαβες; Το επέλεξε να χτυπήσετε. Και πεθάνατε κι οι δύο…εκεί στην άσφαλτο…μπροστά στα μάτια μου.


Ταράχτηκε η Ζωή. Ήταν να μην ταραχτεί; Αλλά δεν έπρεπε να το δείξει.


- Έλα τώρα Θωμά μου, όνειρα είναι αυτά… μην τα πιστεύεις. Τίποτα δεν πάθαμε. Κι ο Έκτορας καλά θα είναι κι εγώ καλά είμαι εδώ και σου μιλάω. Άντε πάμε στο δωμάτιό σου, να σε βοηθήσω κι εγώ να ετοιμαστείς για να φύγουμε. Μη στήσουμε και τους άλλους. Θα έχει και κίνηση τέτοιες μέρες για να πάμε στο Κολωνάκι. Πάμε να δούμε και μια έκθεση που εγκαινιάστηκε χθες στο μουσείο Γουλανδρή; Έχει θέμα τη γέννηση του Χριστού στη Δυτική τέχνη. Θα είναι ενδιαφέρουσα από ό,τι διάβασα στις κριτικές. Πάμε…άντε…


Διστακτικά αντέδρασε ο Θωμάς.


-Καλά…καλά…αλλά είναι ανάγκη τώρα παραμονή Πρωτοχρονιάς να τρέχουμε στα μουσεία; Κι αύριο μέρα είναι, εδώ θα είμαστε όλοι, δε θα πάμε πουθενά.


Η Ζωή έσπρωξε το καροτσάκι χαμογελώντας.


- Ανοησίες, είπε.


Αλλά τα λόγια του Θωμά, μετά και το τηλεφώνημα του Έκτορα της δημιούργησαν πάλι κακό προαίσθημα. Αισθάνθηκε πάλι την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. Κάτι σαν …πως το λένε…αρρυθμία.


« Μετά τις γιορτές θα πάω να τις ξανακάνω τις εξετάσεις» σκέφτηκε.


Έβαλε το καινούριο της φόρεμα, αυτό που της είχε αγοράσει ο Αντρέας τα Χριστούγεννα. Ένα ψιλοχτενισματάκι, λίγες σταγόνες από το άρωμα που άρεσε στον Αντρέα.


Όλη η οικογένεια έτοιμη. Και οι γονείς τελικά. Τους έπεισε ο Λεωνίδας.


«Έλα..έλα…χρονιάρα μέρα βρε μπαμπά…»


Ξεκίνησαν με δυο αυτοκίνητα. Ο Χρήστος και η γυναίκα του, η Ασπασία είχαν ένα ραντεβού πρώτα, με την γυναίκα του υπουργού. Η Ασπασία είχε μια πιατέλα χειροποίητα μελομακάρονα να της δώσει. Κάτι τέτοια δεν τα άντεχε η Ζωή.


«Μωρέ τι το θέλουμε το αυτοκίνητο στο Κολωνάκι τέτοια μέρα;» γκρίνιαζε η Χρύσα. «Τι θα το κάνουμε τώρα ;»


Ήταν όμως και το καροτσάκι του Θωμά. Το είχαν διπλώσει και το είχαν βάλει στο πορτ παγκάζ. Με λίγη βοήθεια, ο ανάπηρος νεαρός μπορούσε να μπει και να βγει. Είχε κάποια, ελαφριά έστω, κινητικότητα. Πολύ απλές κινήσεις μπορούσε να κάνει αφού τα χέρια του λειτουργούσαν καλά.

Αφού έβαλαν το αυτοκίνητο σ΄ένα απ΄αυτά τα πανάκριβα πάρκινγκ του Κολωνακίου και άκουσαν και νέα γκρίνια από τη Χρύσα, έφτασαν στο σημείο του ραντεβού .


Ήταν οι πρώτοι. Χάζεψαν κάποιες βιτρίνες, χάζεψαν λίγο τον κόσμο, από μακριά φάνηκε να έρχεται η Ελένη ενώ ο Ανδρέας έχει καθυστερήσει.

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 5ο – Το τηλεφώνημα

«Πως θα γιορτάσει εκείνος την αλλαγή του χρόνου; Και μετά, την επόμενη ημέρα; Πως θα γιορτάσει τα γενέθλια του;» σκεφτόταν η Ζωή, ψηλαφώντας την ουλή στο μέτωπό της.

Το πρόσωπο του Έκτορα στα μάτια της, μετά το πρόσωπο του Ανδρέα και μετά, πάλι του ‘Έκτορα, πάλι του Ανδρέα, πόλεμος…

Τον σκέφτεται έντονα κι όλο βυθίζεται στο μαξιλάρι της ώσπου άξαφνα χτυπάει το κινητό της…

Η μοίρα παίζει πάντα περίεργα παιχνίδια.«Παίζει» πράγματι. Κάνει ό,τι μπορεί για να γελοιοποιήσει τους ανθρώπους, τα συναισθήματά τους, τις καταστάσεις τους.

Όπως και πριν, το τηλέφωνο. Αλλά όχι του σπιτιού. Το κινητό της.

«Ο Αντρέας θάναι» σκέφτεται. «Θα τέλειωσε την απομαγνητοφώνηση». Το πιάνει. Δεν είναι ο Ανδρέας. Το καντράν γράφει «Έκτορας». Απαντάει τρέμοντας ενώ σκέφτεται : «Συγκοινωνούντα δοχεία οι σκέψεις».

- Καλησπέρα
- Καλησπέρα.

Ήταν αυτός. Ο Έκτορας. Η φωνή της «απάντησε» μηχανικά.

- Γειά σου Ζωή.

Άκουγε και σκεφτόταν με ταχύτητα. Περίμενε. Τι να ήθελε άραγε πάλι ύστερα από τόσο καιρό; Ένοιωσε σα να φοβάται η Ζωή. Τι ήθελε να της πει; Το τελευταίο διάστημα πριν από το χωρισμό τους ήταν τουλάχιστον απρόβλεπτος. Σκληρός. Ασυνήθιστα απότομος. Οργισμένος. Και την μια και μόνη φορά που τον είχε δει, στα κρυφά, όταν της το είχε ζητήσει, την είχε πραγματικά φοβίσει. Είχε μετανιώσει που είχαν βρεθεί να πιούνε καφέ κρυφά από τον Ανδρέα. «Σε αγαπάω και δεν θα πάψω ποτέ να σ αγαπάω» της είχε πει και τα μάτια του «έβγαζαν» κάτι περίεργο. Κάτι απειλητικό. Επιθετικό. «Σε θέλω και δεν μπορεί κανείς να μας χωρίσει» της είχε πει. Είχε καθίσει λίγα λεπτά μόνο η Ζωή και είχε φύγει γεμάτη σκέψεις και φόβους. Και τώρα; Τι νάθελε;

Άρχισε να μιλάει μόνος του κι η Ζωή ούτε καν ανάσαινε.

«…αύριο Ζωή, αύριο σου λέω είναι η μεγάλη μέρα. Θα αλλάξω εγώ τις ζωές μας αφού εσύ δεν κάνεις τίποτα. Δε μπορώ να ξέρω ότι σε έχει άλλος κι όχι εγώ. Είσαι η γυναίκα της ζωής μου…όλα αύριο τελειώνουν και ξαναρχίζουν για μένα. Η οικογένεια σου ποτέ δε με αγκάλιασε…δεν με δέχτηκε…δεν με θεώρησε άξιο για σένα γιατί ήμουν Αλβανός. Αύριο λοιπόν…να είσαι έτοιμη… θα έρθω να σε βρω και θα φύγουμε για πάντα… αύριο… το «μεγάλο μπαμ» θα γίνει αύριο… το «μπαμ» σου λέω… θα πάρω ότι έχω και δεν έχω και θα έρθω να σε πάρω… αύριο»

Το τηλέφωνο της έπεσε από τα χέρια στο ξύλινο πάτωμα κάνοντας ένα εκνευριστικό θόρυβο.

Φοβήθηκε. Δεν πρόλαβε να του πει τίποτα. Τι να του πει; Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ τα μάτια της… η καρδιά της χτυπάει τόσο δυνατά που νομίζει θα πεθάνει. Τι να εννοούσε άραγε; Τι είχε σκοπό να κάνει; Κι αυτό το προαίσθημα τις τελευταίες ημέρες που δεν την άφηνε ήσυχη τα βράδια… κάτι της «έλεγε» αλλά προτιμούσε να μη δίνει σημασία. «Σαχλαμάρες» σκεφτόταν.

Το κινητό ήταν πλέον κλειστό. Αλλά η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα και δυνατά. Για να χαμηλώσουν οι παλμοί της, για να ηρεμήσει, αποφάσισε να ακούσει το αγαπημένο της cd. Το έβαλε. Σε χαμηλή ένταση. Της το είχε πάρει δώρο ο Έκτορας με το πρώτο του καλό μεροκάματο. Ένα cd με ερωτικές ξένες ροκ μπαλάντες. Τα λάτρευε αυτά τα τραγούδια η Ζωή, την χαλάρωναν και την ταξίδευαν. Η αναπνοή της είχε γίνει κοντή. Είχε αγωνία.
«Θα το ελέγξω» άρχισε να λέει στον εαυτό της.
Η μουσική τη χαλάρωσε.

Πήγε στο δωμάτιό της μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Ξάπλωσε με τα ρούχα. Αποκοιμήθηκε. Με την εικόνα του Έκτορα στα σφαλιστά της μάτια.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ": Μέρος 4ο - Το ατύχημα κι η γνωριμία με τον Έκτορα

Φωνές στο μικρό σαλονάκι, δίπλα στο χολ. Γύρισε ο πατέρας της; Τι ώρα ήταν; Το τασάκι δίπλα της, στο τραπεζάκι, ήταν γεμάτο. Πόση ώρα μέτραγε τις στάλες της βροχής; Κοίταξε το ρολόι της. Οχτώμισυ. Θα ήταν ο μεγάλος της αδερφός της με τη Χρύσα.


Περπάτησε προς τον θόρυβο. Άρχισε να αναγνωρίζει τις φωνές τους. Βρέθηκε μέσα στη μεγάλη αγκαλιά του Λεωνίδα.


Σπάνια έπαιρνε αγκαλιά τη Ζωή ο Λεωνίδας. Σήμερα έδειχνε διαφορετικός, ευδιάθετος παρά το πολύωρο ταξίδι και με κακοκαιρία. Συνήθως ήταν σοβαρός και μετρημένος. Στρατιωτικός στο επάγγελμα, από μικρό παιδί του άρεσε η στρατιωτική ζωή και η πειθαρχία. Του άρεσε και η εξουσία που σου δίνει το όπλο. Όταν πυροβολούσε σε καμιά άσκηση του έφευγαν όλα τα νεύρα. Δεν ήταν ποτέ καλός μαθητής. Όμως ήταν υπάκουο παιδί και έπαιρνε βαθμούς λόγω της συμπάθειας που του έδειχναν οι καθηγητές.


Πολλές φορές την αδικούσε τη Ζωή, όμως ποτέ δε του κράτησε κακία. Ακόμη και τότε που είχε μιλήσει άσχημα για τη σχέση της με τον Έκτορα έκανε πως δεν τα άκουσε.


Πάντα δίπλα του η Χρύσα. Η γυναίκα του. Είχαν παντρευτεί πριν από τρία χρόνια. Κλασική, τυπική γυναίκα στρατιωτικού. Με το ταγιεράκι, τα χαμηλοτάκουνα παπούτσια, τις φραχτές μπλουζίτσες σε παλ χρωματισμούς…


Μιλούσε λίγο η Χρύσα αλλά πάντα σε κοιτούσε κατ ευθείαν στα μάτια. Μια κλασική, συντηρητική μοναχοκόρη με δυο γονείς καθηγητές φιλόλογους, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Πάντως τον αγαπούσε τον Λεωνίδα και τον ακολουθούσε παντού. Πρόσφατα είχε αποφασίσει να σταματήσει τα ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών που έκανε και να αφοσιωθεί στον γάμο της. Για να μην «αισθάνεται μόνος του ο Λεωνίδας» είχε πει. Ίσως και για να προσπαθήσει περισσότερο να κάνει ένα παιδί. Που δεν τάχε καταφέρει ακόμα.


«Με την εξέλιξη της επιστήμης σήμερα όλα γίνονται» της είχε πει ο πατέρας της, ο κύρ Χρήστος. «Θα σας πάει ο υπουργός- του έλεγε του Λεωνίδα ο πατέρας του- στους καλύτερους γιατρούς με τη νέα χρονιά.»


Τόθελαν όλοι ένα παιδάκι να τους αναστατώσει το σπίτι με τα κλάματα και τα γέλια του.


«Μακάρι νάχε ενδιαφερθεί τόσο ο υπουργός και με το Θωμά» ξανασκέφτηκε η Ζωή. Τόχε σκεφτεί τόσες πολλές φορές. Και δεν τόχε πει ποτέ.


Δεν είχε προλάβει να αγκαλιάσει και τη Χρύσα η Ζωή και η πόρτα ξανάνοιξε. Ο πατέρας. Αλαφιασμένος όπως πάντα και σκονισμένος. Κάθε μέρα τέτοια ώρα περίπου γύριζε σπίτι. Γύρω στις 9. Μετά, έβλεπε όλες τις πολιτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Σε κάποιες έβγαινε και ο υπουργός. Εκεί να δεις, «απόλυτη σιωπή» στο σπίτι!


Είδε όλη την οικογένεια μαζεμένη, γέλασαν και τα μουστάκια του. Είχε περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία επίσκεψη του Λεωνίδα.


Πήρε αμέσως μέσα στην κουζίνα τον Λεωνίδα και τον Θωμά να πούνε τα …δικά τους. Κυρίως για το ποδόσφαιρο. Και για …γυναίκες. Πειράζοντας τον μικρό που είναι φοιτητής σε μια σχολή με πολλά κορίτσια.


Η Χρύσα με την πεθερά της πήγαν να τακτοποιήσουν τα πράγματα.

Και η Ζωή ξανάμεινε μόνη. Ευτυχώς, είχε τσιγάρα.


«Καλύτερα να χαλαρώσεις, που σου είπε κι ο γιατρός» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. «Η ζωή είναι μικρή. Δεν είναι αγώνας ταχύτητας».


Βάλθηκε πάλι να κοιτάζει τις στάλες της βροχής. Το κεφάλι της ακουμπούσε στο τζάμι. Έβαλε το χέρι στο μέτωπό της για να σκουπίσει την υγρασία που είχε «μεταβιβαστεί» απ΄το τζάμι στο μέτωπο. Έπιασε το σημάδι στο μέτωπο. Γιατί δεν είχε πάει τόσα χρόνια να την κάνει τη ρημαδοπλαστική; Για «επέμβαση ρουτίνας» της είχε μιλήσει ο γιατρός. Δεν πήγε ποτέ.


«Η Ζωή είναι δική μου, είσαι δική μου. Για πάντα».

Τα λόγια που της είχε πει ο Έκτορας την τελευταία φορά που τον είχε δει.


Ο μεγάλος της έρωτας. Μετανάστης από την Αλβανία, είχε έρθει το 1991 στην Ελλάδα για να βρει ένα καλύτερο κόσμο και να εργαστεί. Μορφωμένο παιδί, με οικονομικές σπουδές στην Αλβανία αλλά πίστεψε ότι στην Ελλάδα θα ζούσε πιο καλές μέρες. Από φτωχή οικογένεια. Τέσσερα αδέλφια, όλα είχαν φύγει από την Αλβανία. Όλα έφυγαν στο εξωτερικό, Ιταλία, Γερμανία, Τουρκία, Ελλάδα . Και μια αδερφή που παντρεύτηκε στα Τίρανα.


Ευχή και κατάρα τούχαν δώσει οι φτωχοί γονείς του να ζήσει τίμια και με αξιοπρέπεια στη χώρα που θα επιλέξει να ζήσει. Κι αυτός το έκανε. Δούλεψε μερικά χρόνια σε οικοδομή και μετά… μετά ήρθαν οι καλύτερες μέρες. Έμαθε άριστα τα Ελληνικά, έκανε πολλούς φίλους κι έπιασε δουλειά στο λογιστικό τμήμα μιας μεγάλης εταιρίας. Έγινε νοικοκύρης, με δική του μηχανή και άνετο διαμέρισμα. Όλα τα λεφτά του, στην τράπεζα. Ήθελε να είναι αξιοπρεπής. Πάντα. Κάποιος που θα τον σέβονται. Αυτήν την αξιοπρέπεια είχε ερωτευτεί και η Ζωή όταν της είχε σώσει τη ζωή μαζί και του αδερφού της από το ατύχημα που είχαν με το μηχανάκι εκείνο το καλοκαίρι.


Ο Έκτορας ήταν ο άνθρωπος που – καλή του ώρα- ήταν, από τύχη, μπροστά στο ατύχημα και ανησυχώντας για την υγεία τους, τους είχε συνοδεύσει στο νοσοκομείο. Είχε δώσει αίμα για τη Ζωή. Ποτέ δεν είχε μάθει λεπτομέρειες. Ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί. Τι σημασία είχαν οι λεπτομέρειες; Που να ξέρει, που να φανταστεί τι πραγματικά είχε γίνει;


Πόσες φορές δεν την είχε κάνει αυτή τη σκέψη η Ζωή. Πόσες φορές. Ότι στις φλέβες της κυλάει ακόμα το αίμα του Έκτορα !


Τάχε ακούσει από τις διηγήσεις η Ζωή. Η ίδια ήταν αναίσθητη. Της τάχε πει ο Έκτορας πολλές φορές. Ο πατέρας της. Η μάνα της. Ακόμα κι ο γιατρός κι η νοσοκόμα που ήταν εκεί και τάχε παρακολουθήσει όλα.


- Η κόρη σας κύριε χρειάζεται 4 φιάλες αίμα, είπε στους γονείς της ένας γιατρός, στο νοσοκομείο.

Η Ζωή χρειαζόταν επειγόντως αίμα.

- Τι θα κάνουμε τώρα;


Η μάνα της ήταν σα χαμένη. Κοίταζε το γιατρό λες και κοίταζε τον Ιησού Χριστό. Τι περίμενε άραγε ο γιατρός; να το βρούν εκείνη και ο Χρήστος το αίμα;


- Έχει σπάνια ομάδα αίματος η κόρη σας. 0 αρνητικό. Δεν έχουμε επάρκεια, είπε ο γιατρός. Και πρέπει να το βρούμε τώρα. Έχει χάσει πολύ αίμα, θα πρέπει να της γίνουν αρκετές επεμβάσεις. Όχι τόσο σοβαρές αλλά το αίμα το χρειαζόμαστε. Ψάξτε, τηλεφωνήστε, ρωτήστε. Εσείς κυρία μου, τι ομάδα αίματος είστε; Η μητέρα έχει συνήθως το ίδιο αίμα με την κόρη.


Ο Χρήστος, πιο ψύχραιμος, μπήκε μπροστά, βλέποντας τη γυναίκα του να λιποψυχάει.


-Ναι, 0 αρνητικό έχει η γυναίκα μου γιατρέ αλλά έχει υψηλή πίεση. Δεν μπορεί να δώσει αίμα.

-Να δώσω…να δώσω Χρήστο μου, φώναξε η μαμά της.

Ο γιατρός την κοίταξε στενοχωρημένος.

- Δεν μπορώ να το πάρω το αίμα σας αφού έχετε υψηλή πίεση. Δεν μπορώ να το βάλω στην ασθενή.

- Έχω εγώ 0 αρνητικό γιατρέ. Θα δώσω εγώ.


Η φωνή ήταν ενός ψηλού παιδιού, με τη λίγο ξενική προφορά, με τα καστανά, μακριά μαλλιά που τους είχε πάρει από πίσω και τους είχε αναζητήσει στο νοσοκομείο. Στεκόταν εκεί, κοντά τους, στο βάθος του διαδρόμου των Εξωτερικών Ιατρείων.


Και έδωσε. Οι γονείς της Ζωής είχαν τρέξει και τον είχαν αγκαλιάσει και του είχαν σφίξει το χέρι. Αυτό το χέρι που μετά από λίγο καιρό, όταν έμαθαν για τη σχέση του με τη Ζωή, ούτε να το αγγίξουν δεν ήθελαν.


Δυο χρόνια μεγαλύτερος από τη Ζωή, είχαν όμως την ίδια, σημαδιακή μέρα γενέθλια. Πρώτη Ιανουαρίου. Πλησίαζε.


Έγιναν ζευγάρι η Ζωή και ο Έκτορας. Έμειναν μαζί τέσσερα χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι του 1996. Όλοι σχεδόν, εναντίον του δεσμού. Ο πατέρας της, ο αδελφός της ο μεγάλος, η μάνα της…

«Μα γιατί;» ρώταγε και ξαναρώταγε κλαίγοντας η Ζωή.


Δεν ήθελαν Αλβανό στο σπίτι τους. «Τι θα πει ο κόσμος;» έλεγε και ξανάλεγε ο πατέρας της. «Τι θα πω στον Υπουργό; Πως θα το δικαιολογήσω;»


Οι στάλες είχαν σταματήσει να πέφτουν. Το μικρό τασάκι είχε γεμίσει ως τα επάνω. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς κανένας να την ακούει, η μαμά και η Χρύσα κλεισμένες στο δωμάτιο των «παιδιών», οι 3 άντρες είχαν αρχίσει τα ανέκδοτα…

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 3ο - Η Ζωή, ο Θωμάς κι η Γεωργία

Τον πρώτο καιρό όλα ήταν πολύ δύσκολα. Τα δύο παιδιά χρειάζονταν ψυχολογική στήριξη από μια οικογένεια που για πρώτη φορά θα έπρεπε να είναι ενωμένη και να φανεί δυνατή. Βοήθησε πολύ αποφασιστικά ο Λεωνίδας, ο μεγάλος αδελφός.


- Έλα Θωμά μου πλύνε τα χέρια για να φάμε, πήγε 3:30 η ώρα…

- Ασπασία εμένα μη με υπολογίζεις, θα βγω έξω με τον υπουργό.

- Ρε μπαμπά χρονιάρες μέρες κι εσύ πάλι με τον υπουργό. Τι να σου πω…

- Ζωή κουμάντο στο δικό σου πρόγραμμα. Όχι σ' εμένα.


Μισό λεπτό αργότερα, είχε βγει , χτυπώντας την πόρτα. Εκτός των …άλλων, είχε γίνει και νευρικός τελευταία.


Η Ζωή έσκυψε το κεφάλι της. Κάθισε. Η μητέρα της σερβίρισε ατάραχη Ο Ανδρέας της χάιδευε το χέρι.


Ο πατέρας της πάντα την πίεζε και της φώναζε. Την πίεζε να σπουδάσει νομική και να την βάλει σε κάποια υπηρεσία, σε κάποιο Δικαστήριο ή ακόμη και να ασχοληθεί με την πολιτική. Τελικά ασχολήθηκε με όλα αυτά από ένα άλλο πόστο, αυτό της δημοσιογράφου. Είχε σπουδάσει δημοσιογραφία πολλά χρόνια αργότερα, τότε που άνοιξαν τα πρώτα ιδιωτικά εργαστήρια Δημοσιογραφίας. Μέχρι βέβαια να σπουδάσει ασκούσε το επάγγελμα εντελώς ερασιτεχνικά… που αλλού; Στο πολιτικό γραφείο που δούλευε ο πατέρας της γράφοντας και στέλνοντας τα δελτία τύπου του υπουργού. Τζάμπα φυσικά.


Κάπως…αμίλητα εκτυλίχθηκε το γεύμα. Υπέροχο το φαγητό, κακή η διάθεση.

Μόλις είχαν τελειώσει, η Ζωή ενημέρωσε τον Θωμά:


- Αύριο βράδυ αδέρφι κανονίσαμε να βγούμε όλοι μαζί για να γιορτάσουμε το millennium, εντάξει;

Χαμογέλασε ευχαριστημένος αυτός.

- Ναι αλλά το πρωί θέλω να μου κάνεις μια χάρη…

- Ό, τι θέλεις . Πέστο.

- Θέλω να πάμε όλοι μαζί για ψώνια. Κι ο Ανδρέας κι ο Λεωνίδας με τη Χρύσα και η Ελένη.

Ο Ανδρέας ήταν ο πρώτος που αντέδρασε.

-Εγκρίνεται. Συμφωνώ και επαυξάνω.


Αισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή σα μικρό παιδί. Ήθελε τόσο πολύ να βρίσκεται με τη Ζωή… ήθελε να μπορούσε θα έμεναν στο ίδιο το σπίτι. Το σκέφτονταν έντονα αυτό τελευταία…

Και σηκώθηκε.


-Ωραία φάγαμε, ωραία ήπιαμε, εγώ πρέπει να πηγαίνω. Έχω μια συνέντευξη να απομαγνητοφωνήσω.


Γέλασε η Ζωή.


- Σπασίκλα. Ε …σπασίκλα.

-Τα λες σαν να μην ξέρεις ότι η δουλειά μας δεν έχει αργίες και ωράριο.

-Καλά…καλά…φύγε…άντε στη συνέντευξη. Εγώ θα μείνω μέσα. Τα λέμε αύριο το πρωί.

Ο Ανδρέας έβαλε το παλτό του και το κόκκινο κασκόλ που του είχε πάρει δώρο η Ζωή πέρυσι τα Χριστούγεννα.


«Τι ωραία ήταν περυσι η βραδιά» σκέφτηκε


Και μόνο στη σκέψη, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Πόσο πολύ την ήθελε αυτή τη γυναίκα, πόσο πολύ την αγαπούσε. Περίμενε την αυριανή μέρα για να της κάνει την έκπληξη της ζωής της, μια έκπληξη που την σχεδίαζε τρεις μήνες…


Διάβαζε πολύ ο Θωμάς. Του άρεσαν τα έξυπνα μυθιστορήματα αλλά με …αίσιο τέλος. Κάποιες φορές ξεφύλλιζε και μεγάλους Έλληνες Ποιητές: Καβάφη, Σεφέρη και τώρα τελευταία Ελύτη. Τον συγκινούσαν πολύ οι στίχοι από το άκρως ερωτικό Μονόγραμμα. Τον ταξίδευαν στο ανέφικτο, στο ονειρικό.


Κλείστηκε, όπως πάντα, στο δωμάτιό του για να διαβάσει. Η μαμά… στην απομόνωση τη δικιά της. Μπροστά στην τηλεόραση. Δεν είχε ποτέ τίποτε άλλο να κάνει. Βλέπει πάντα τηλεόραση περιμένοντας τον άνδρα της να γυρίσει. Κάποια Σάββατα πήγαινε επίσκεψη στις γειτόνισσες της πολυκατοικίας …απίστευτο! Αυτή ήταν πάντα όλη της η έξοδος.


Η Ζωή απ΄ την πλευρά της, ήταν ευαίσθητη. Είχε πάντα μια διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων. Σαν πάντα κάτι να περίμενε να γίνει για να αλλάξει η ζωή της. Είχε και πολλά μυστικά. Μυστικά μέχρι κι από τον ίδιο της τον εαυτό.


Πολύ όμορφη γυναίκα αλλά με καρδιά ραγισμένη από πολλές καταστάσεις και ελαφρώς προβληματική ιατρικά. Της τόχε πει κι ο καρδιολόγος που είχε δει πριν από ένα μήνα και την έβαλε να κάνει ένα σωρό εξετάσεις: « Μου φαίνεσαι κουρασμένη. Και η καρδιά σου δείχνει αυτό που είσαι. Κουρασμένη. Πρέπει να ξεκουραστείς λίγο. Να ξεκουραστείς από το άγχος, την αγωνία, το στρες…ν απολαύσεις κάποια πράγματα. Και το κάπνισμα. Δεν μπορείς να το κόψεις; Να το μειώσεις βρε διάβολε;»


Την είχαν ταρακουνήσει τα λόγια του γιατρού. Αλλά δεν είχε σκοπό να κάνει άμεσες αλλαγές στην καθημερινότητα της. Ειδικά η ιδέα να κόψει το τσιγάρο δεν της πέρναγε καθόλου από το μυαλό. Μανιώδης καπνίστρια από το Λύκειο. Και πραγματικά αγχωτική. Ανυπόμονη.

Στεκόταν πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας και χάζευε το συννεφιασμένο, βαρύ ουρανό, μετρώντας σχεδόν τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν ακατάπαυστα πάνω στο κάγκελο της βεράντας. Έπεφταν, χτυπούσαν στο σίδερο κι εξοστρακίζονταν και μετά…χάνονταν.


Το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου την διέκοψε. Όταν βυθιζόταν στις σκέψεις της, δεν άκουγε τίποτα. Μπορεί να της μίλαγες και να μην έπαιρνες ποτέ απάντηση. Το τηλέφωνο όμως, το άκουγε. Πήγε και το πήρε από τη βάση του και ξαναπήγε στο τζάμι. Ήταν η Γεωργία.


- Βρε Ζωή ….που χάθηκες βρε ψυχή;


Η Γεωργία. Μια σχετικά πρόσφατη γνωριμία που ακόμη δεν είχε δείξει αν θ΄ άντεχε στο χρόνο κι αν θα γινόταν φιλία. Βασικό μειονέκτημα; ότι ήταν η Ζωή που είχε δεσμό με τον Ανδρέα. Κι όχι η Γεωργία. Όπως – ήταν εμφανές δηλαδή- θάθελε. Και δεν έχανε την ευκαιρία να το δείχνει. Παρά το γεγονός ότι τη συμπάθησε από την αρχή τη Ζωή και ήθελε να κάνει παρέα μαζί της, η …συμπάθεια στον Ανδρέα ήταν εμφανής.

Τις ένωναν βέβαια αρκετές, κυρίως απλές, καθημερινές ας πούμε «γυναικείες» καταστάσεις και τίποτε άλλο. Άλλοτε για ισότητα και εργασιακές συνθήκες, για μόδα, άλλοτε για καλλυντικά ή γυμναστική, καμιά φορά για περιοδικά και δημοσιεύματα, κυρίως κουτσομπολίστικα άλλες φορές για τα λεφτά που είχαν κάποιοι κι αυτά που δεν είχαν οι …άλλοι. Πάνω από όλα οι η μόδα και οι καινούριες «τάσεις».


Η Γεωργία μ αυτό ασχολιόταν. Ήταν αυτό που λέμε «Ειδική για styling». Στα ελληνικά…στυλίστρια . Δούλευε σε ένα γυναικείο περιοδικό δίνοντας συμβουλές στις αναγνώστριες για τα κατάλληλα ρούχα, την κατάλληλη στιγμή. Όλη μέρα με ένα τηλέφωνο στο χέρι για τις νέες παραλαβές .

Μερικές φορές η Γεωργία του την είχε …πέσει .Δεν είπε ποτέ τίποτα στη Ζωή, αισθανόταν κι ότι δεν ήθελε να χαλάσει τη φιλία των δυο κοριτσιών, ήθελε να δει και που το …πήγαινε….


-Θα σου τηλεφωνούσα κι εγώ αλλά με πρόλαβες, είπε γρήγορα η Ζωή. Το είχε αποφασίσει. Θα την καλούσε κι εκείνη στο ρεβεγιόν. Γιατί όχι; «Αύριο βράδυ στις 11- συνέχισε- έλα στην κεντρική πλατεία, στο Θησείο. Θα κάνουμε ρεβεγιόν όλοι μαζί , στο «Jazz». Εντάξει;


Δεν το σκέφτηκε καθόλου η Γεωργία. Ένοιωθε ότι δεν την ενδιέφερε και τόσο πολύ που η Ζωή και ο Ανδρέας ήταν μαζί αλλά…τι στο διάολο…κανείς δεν είναι με κανέναν για πάντα.


- Ωραία ιδέα. Θα ’ρθω. Και μετά μπουζούκια;


Η Γεωργία ήθελε να φορέσει το σέξι φόρεμα που αγόρασε μαζί με τις δωδεκάποντες γόβες. Και βέβαια, ήθελε να κάνει εντύπωση στον Ανδρέα. Του είχε κάνει 1-2 «ανοίγματα» αλλά φως δεν είχε δει. Έβλεπε να χάνει έδαφος και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δράσει.


- Όχι ρε τι μπουζούκια αφού ξέρεις εμείς δεν είμαστε για τέτοια μαγαζιά. Τέρμα μουσική και γαρύφαλλο στο αυτί…


- Καλά ποτέ μη λες ποτέ Ζωή, μπορεί στο τέλος να γουστάρουμε…

Η Γεωργία πάντα μιλούσε βραχνά και σταθερά. Θηλυκό που στο πέρασμα της δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο.


-Εντάξει Γεωργία, βλέποντας και κάνοντας, Σε αφήνω τώρα. Θα τα πούμε αύριο…


Και πριν και η Γεωργία την καληνυχτίσει είχε πατήσει το off. Πήγε κι άφησε το ακουστικό στη βάση του. Άναψε τσιγάρο. Ξαναγύρισε στο τζάμι. Ξαναξεχάστηκε. Η τηλεόραση έπαιζε σχετικά δυνατά. Κάποιο σήριαλ…κάποιο ριάλιτι…δεν είχε ιδέα.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 2ο - Στο σπίτι με τους γονείς

Η Ελένη σηκώθηκε.

- Λοιπόν εγώ σας αφήνω. Μιάμιση η ώρα. Πρέπει να συνεχίσω τα ψώνια… κι έχω να μαγειρέψω και για τον μικρό.

- Για κοίτα λίγο έξω, άρχισε να ψιχαλίζει…θα σου χαλάσει και το μαλλί φιλενάδα, είπε με …καλαμπουριτζίδικη διάθεση ο Ανδρέας.

Η Ζωή κοίταξε έξω.

- Για να δω …νομίζω είχα πάρει ομπρέλα πριν φύγω από το σπίτι. Να …έλα πάρτην. Εγώ θα πάω με τον Ανδρέα σπίτι.

- Α ρε Ζωή με έσωσες πάλι…

- Ανδρέα πάμε; Έλα να φάμε σπίτι με τους γονείς μου…η μαμά έχει κάνει το αγαπημένο σου φαγητό. Κανελόνια με κιμά.

- Μου τρέχουν ήδη τα σάλια …πάμε γιατί θα βρούμε και πολύ κίνηση στην Κηφισίας.

Ο Ανδρέας κέρασε τους καφέδες .Τζέντλεμαν όπως πάντα! Έπιασε αγκαζέ τη Ζώη , αποχαιρέτισαν την Ελένη…βγήκαν…

- Θα οδηγήσω εγώ αυτή τη φορά. Δε πιστεύω να έχεις πρόβλημα;
Η Ζωή οδηγούσε πάντα εκείνη το αμάξι της.

- Όχι. Κανένα. Αλλά άσε…είναι αυτόματο και δεν τόχεις συνηθίσει….

Ο Ανδρέας , πραγματικά…κολλημένος με τα αυτοκίνητα, ήταν έτοιμος να της κάνει λίγη πλάκα αλλά πήρε μια βαθειά ανάσα και χαμογέλασε. Οδηγεί ένα τεράστιο και πολυτελέστατο μαύρο Καγιέν στο οποίο έφτασε αφού άλλαξε πολλά αυτοκίνητα. Ακριβό χόμπι αλλά …πιάνει τόπο κάθε φορά που θέλει να εντυπωσιάσει.

- Τέλος πάντων…θα το αντέξω

Η Ζωή έμενε με τους γονείς της και με το Θωμά, τον μικρότερο αδερφό της σε ένα πολύ όμορφο πεντάρι. Ρετιρέ, στο Μαρούσι, στο ύψος της στροφής για τα Μελίσσια. Βεράντες να παίξεις ποδόσφαιρο και θέα του έκτου ορόφου να σου κόβει την ανάσα. Είχε βέβαια από μικρή υψοφοβία. Γι αυτό δεν πλησίαζε και πολύ στα κάγκελα. Τον καφέ της πάντως τον έπινε εκεί κάποια καλοκαιρινά απογεύματα. Ο καφές για τη Ζωή ήταν ιερό πράγμα. Καφές και τσιγάρο. Δεν έκανε πίσω.

Ο πατέρας της, δεξί χέρι ενός βουλευτή και υπουργού της Κυβέρνησης, είχε σπουδάσει νομικά αλλά τον κέρδισε η πολιτική. Από φοιτητής είχε φάει πολύ ξύλο με τις φοιτητικές παρατάξεις. Αφίσα και καδρόνι…πορείες και συνθήματα. Ήταν καλός στη…ντουντούκα και τα συνθήματα. Ακόμη είχε τον τηλεβόα σ’ ένα ντουλάπι κι όταν, παλιότερα, κάποιο παιδί , έκανε φασαρία, έκανε κι αυτός την …πλάκα του: Άνοιγε το ντουλάπι, τον άρπαζε κι έβαζε τις φωνές.

Ήταν ένας αυστηρός άνθρωπος. Αλλά και μέσα στο πολιτικό σύστημα, βοήθησε πολλούς… πολλούς τους εκμεταλλεύτηκε κι ο ίδιος, όσο μπορούσε, έβγαλε το κατιτίς του. Εξ ου και το άνετο σπίτι. Σε αυτό που εκείνος θεωρούσε επάγγελμα, τη ψηφοθηρία, πέτυχε. Στο να είναι ένας σωστός πατέρας και σύζυγος, μάλλον όχι και τόσο. Οι σχέσεις του με τα παιδιά και τη γυναίκα του … μάλλον τυπικές. Είχε μια οικογένεια με πρόβλημα όλα αυτά τα χρόνια: Κανείς τους δεν εκδήλωνε τα συναισθήματά του. Τα κρατούσαν όλα μέσα τους.

Από την άλλη η μητέρα της μια απλή καθημερινή Ελληνίδα μαμά με κύριο επάγγελμα της το μεγάλωμα των παιδιών. Άνεργη δηλαδή. Αλλά και …υπεραπασχολούμενη… όπως όλες οι –ας πούμε- άνεργες «νοικοκυρές». Που ούτε ένσημα τους «κολλάνε». Κι ο κυρ Χρήστος κουβέντα όλα αυτά τα χρόνια για να εργαστεί η γυναίκα του. Τον βόλευε αυτή η κατάσταση. Ήξερε πως πάντα κάποιος είναι εκεί και τον περιμένει να γυρίσει…

- Βρες καλώς τα παιδιά, Πάνω στην ώρα, μόλις έβγαλα το φαγητό από τον φούρνο.

- Γεια σας κυρία Ασπασία, τι κάνετε; Κάτι νόστιμο μου μυρίζει…

- Το αγαπημένο σου φαγητό μυρίζει Ανδρέα μου, κανελλόνια με κιμά έκανα, πέρνα να καθίσεις, τώρα έρχεται κι ο Χρήστος. Όπου νάναι τρώμε.. Πήγε μια βόλτα με το Θωμά.


-Ρε μαμά αφού σου είπα ότι θα τον πήγαινα εγώ το απόγευμα …
-Δε ξέρω κόρη μου, ρώτα τον τώρα που θα έρθει, σε δυο λεπτά έρχονται…
Ο Ανδρέας, με τον …αέρα του «αγαπημένου», είχε ήδη στρωθεί σε μια πολυθρόνα.
-Ζωή ελπίζω να ξέρεις να μαγειρεύεις αυτές τις νόστιμες συνταγές από τη μαμά σου, ε;

Η Ζωή έκανε πως δεν άκουσε. Ήξερε που το πάει ο Ανδρέας…

- Μη φοβάσαι Ανδρέα, η Ζωή θα γίνει καλή νοικοκυρά…

Και η συζήτηση διακόπηκε αφού γύρισαν σπίτι πατέρας και γιος. Ο Θωμάς με το που είδε τον Ανδρέα και τη Ζωή χαμογέλασε πλατιά την ώρα που ο κυρ Χρήστος άφηνε τις ομπρέλες έξω να μην κάνει νερά και του …βάλει τις φωνές η σύζυγος.

-Υπάρχει περίπτωση και να χιονίσει λένε…

- Γι αυτό βιάστηκες να πας το Θωμά βόλτα ρε μπαμπά; Αφού τα είχαμε κανονίσει. Δεν στο είπε;

Νευρίασε ο κύριος Χρήστος. Δεν ήθελε και πολύ.

- Μου τόπε. Και λοιπόν; Δεν θα σου δώσω και λογαριασμό, ας σήκωνες και κανένα τηλέφωνο, τρεις φορές σε πήρα…

Του είχε αδυναμία του Θωμά, του «μικρού» της αδελφού η Ζωή. Όλοι του είχαν αδυναμία. Στην αρχή, γιατί απλώς, ήταν ο «μικρός». Μετά γιατί είχε τα προβλήματα του και τη χρειαζόταν την αγάπη και τη συμπαράστασή τους. Και στο τέλος, γιατί τα κέρδισε όλα αυτά. Πρωτοετής φοιτητής στην Φιλοσοφική Αθηνών, καλός μαθητής που του άρεσε πάντα το διάβασμα και η λογοτεχνία, επιμελής και έξυπνος, κατάφερε και μπήκε πρώτος στην φιλοσοφική Ιωαννίνων αν και 7 χρόνια ουσιαστικά ανάπηρος. Και μετά, πήρε μεταγραφή για Αθήνα.

Είχε κι άλλον ένα λόγο η Ζωή που του είχε αδυναμία: Θεωρούσε τον εαυτό της υπαίτιο για την αναπηρία του. Και την είχε κολλημένη πάντα, συνέχεια στο μυαλό της εκείνη τη μέρα, εκείνο το απόγευμα.

Καλοκαίρι του 1992 και η Ζωή είχε πάρει ένα μικρό σκουτεράκι και όπως όλα τα μικρά παιδιά έτσι κι ο Θωμάς επέμενε πολλές φορές να τον πάει βόλτα. Έτσι έγινε κι εκείνο το βραδάκι που σημάδεψε για πάντα και τη Ζωή και το Θωμά.

Ενώ τα δύο αδέρφια πήγαν για μια βόλτα, ο οδηγός ενός άδειου λεωφορείου έχασε τον έλεγχο και το «θηρίο», έπεσε πάνω στα δυο παιδιά. Η Ζωή έκανε ό, τι περνούσε απ΄ το χέρι της για να αποφύγει τη σύγκρουση όμως τελικά ήταν αναπόφευκτη. Σχεδόν επάνω της έπεσε το λεωφορείο.

Τους πήγαν και τους δυο ,σοβαρά τραυματισμένους, στο νοσοκομείο. Η Ζωή είχε χάσει πολύ αίμα. Θα χρειαζόταν οπωσδήποτε μετάγγιση. Και αμέσως. Ο μικρός Θωμάς είχε τραυματιστεί άσχημα στην σπονδυλική του στήλη.

Η Ζωή το ξεπέρασε το πρόβλημα. Βγήκε 3-4 μέρες μετά , ύστερα από 2-3 μάλλον εύκολες επεμβάσεις αποκατάστασης στα χέρια, το πόδι και το κεφάλι και με ράμματα από το νοσοκομείο και μ ένα άσχημο σκίσιμο στο μέτωπο που θα χρειαζόταν οπωσδήποτε πλαστική. Ο μικρός Θωμάς δεν είχε κανένα σοβαρό τραύμα. Αλλά μπόρεσε να βγει ενάμιση μήνα αργότερα, πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι.

Μάλλον δεν θα μπορούσε να ξαναπερπατήσει. Εκτός κι αν…

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 1ο - Η αρχή

-Παρακολούθησες ποτέ παιδιά να παίζουν στο Λούνα Παρκ; Πήγες ποτέ να ψωνίσεις παιδικά ρούχα; Να δεις ωραία χρώματα, να αγγίξεις βελούδινα ρουχαλάκια… Προχτές πήγα στην ξαδέρφη μου τη Μαίρη που γέννησε πριν τρεις μήνες. Να δεις ένα παιδάκι Ελένη, κουκλάκι, τόσο δα μικρό, με κάτι δαχτυλάκια και δυο χειλάκια που ψάχνουν συνέχεια το μπιμπερό. Μύριζε όλο το σπίτι μωρό, μια απίστευτη μυρωδιά, τόσο γλυκιά και καραμελένια. Αχ, άντε να δω εγώ πότε θα αξιωθώ. Ελένη; Σου μιλάω. Που χαζεύεις;


-Ρε Ζωή τι σε πιάνει πάντα τα Χριστούγεννα; Η μελαγχολία των γιορτών που γράφουν τα περιοδικά ; Κάθε χρόνο λες τα ίδια πράγματα. Ακριβώς. Πότε θα κάνω οικογένεια, πότε θα πάω σε δικό μου σπίτι, πότε…πότε… πότε; Φτάνει πια. Χαλάρωσε. Μην είσαι τόσο ανυπόμονη…όλα στη ώρα τους…ζήσε και λίγο το σήμερα.


-Καλά… μιλάς κι εσύ τώρα που τα έχεις όλα, μουρμούρισε η Ζωή, «φωνάζοντας» τη σκέψη της.

Για τη Ζωή, η Ελένη, η …κολλητή της, τα είχε όλα.


Ένα πανέμορφο αγοράκι πέντε ετών και έναν άντρα, που έμοιαζε να βγήκε από εξώφυλλο περιοδικού, έναν άνθρωπο που τη λάτρευε και την παρακαλούσε χρόνια τώρα να παντρευτούν.

Για την Ελένη, ο Κωστάκης, το σπουδαιότερο κομμάτι της, ήταν και το τυχαίο και μοιραίο λάθος της ζωής της. Που της είχε ομορφύνει τη ζωή αλλά της είχε στοιχίσει την καριέρα της και της είχε διαλύσει τα όνειρά της για το μέλλον.


Όσο για τον Παύλο, σίγουρα τον αγαπούσε αλλά κάτι μέσα της «κλωτσούσε». Κάτι την κρατούσε σε μια περίεργη απόσταση από την πραγματικότητά της και δεν την άφηνε να την χαρεί. Ήξερε ποιος ήταν ο λόγος. Τον θεωρούσε υπαίτιο τον Παύλο. Στην ουσία, ένοχο. Πρωτεργάτη των ανατροπών. Υπεύθυνο για το ότι ήταν αναγκασμένη να δουλεύει όλη μέρα σε ένα …κωλογραφείο, να καπνίζει ασταμάτητα και να πίνει καφέδες, να εκνευρίζεται, να τσακώνεται κάνοντας χαζομακέτες για χαζοεκδηλώσεις με χαζοχορεύτριες και βλακώδεις τιμοκαταλόγους για βλακώδεις καφετέριες.

«Μα αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου;», αναρωτιόταν συνέχεια. « Να γίνω μικρογραφίστρια με ένα αφεντικό που μου σπάει τα νεύρα;»


Έτσι, παρόλο που είχε «οικογένεια» , δήλωνε εδώ και καιρό «μόνη» και το μόνο που σκεφτόταν ήταν απλώς να περνάει καλά. Όποιο κι αν ήταν αυτό το «καλά» σ αυτή τη ζωή που είχε.


-Ζωή σύνελθε. Λες χοντρά πράγματα. Πληγώνουν αυτά. Δες τις καταστάσεις διαφορετικά γιατί θα έρθει κάποια στιγμή που θα γίνει κανένα «μπαμ» και…

Πετάχτηκε η Ζωή.


-Σταμάτα τώρα, σύρμα, έρχεται ο Ανδρέας. Άλλη ώρα.


Ζωή και Ανδρέας. Ζευγάρι τα τελευταία δύο χρόνια. Εκτός από τον έρωτα τους μοιράζονται και την ίδια επαγγελματική στέγη. Είναι και οι δύο δημοσιογράφοι στο «Γεγονός», την εφημερίδα. Μέσα από την καθημερινή τριβή της δημοσιογραφίας είχαν έρθει κοντά, είχαν ερωτευτεί ο ένας τον άλλον πάνω από υπολογιστές, μέσα από στοίβες χαρτιά, δίπλα σε εφημερίδες και περιοδικά και φαξ, τρέχοντας να προλάβουν την είδηση και την αξιοποίησή της, γράφοντας και σβήνοντας και κλείνοντας ραντεβού…


Η αλήθεια είναι πως ο Ανδρέας έδειχνε πιο σίγουρος, πιο αποφασισμένος και σαφώς πιο ερωτευμένος από τη Ζωή. Ήταν παιδί αστικής οικογένειας, με σπουδές, πτυχία και - αυτό που λέμε- «τον τρόπο του». Ευκατάστατη οικογένεια αρχιτεκτόνων η οικογένειά του, με μεγάλο παραδοσιακό αρχιτεκτονικό γραφείο , είκοσι-τριάντα χρόνια στο Παγκράτι.


Τον είχαν πιέσει να ακολουθήσει το επάγγελμα και κάποια στιγμή να πάρει το γραφείο στα χέρια του αλλά αυτός ήταν «αλλού».


Τους το ανακοίνωσε πολύ απλά, χωρίς καμία…επισημότητα, έτσι…στα ξαφνικά ένα απόγευμα. Μπήκε στο Αριστοτέλειο, στη Θεσσαλονίκη, πήρε πτυχίο από τα Μ.Μ.Ε. και βάλθηκε να γίνει δημοσιογράφος.


Η οικογένεια βρήκε αυτό που γύρευε στη μικρότερη αδελφή του. Θέλοντας να ικανοποιήσει τους γονείς αλλά και να «εκμεταλλευτεί» την οικογενειακή παράδοση - δεν ήταν και …κακές οι προοπτικές- , πήγε στην Ιταλία, σπούδασε εκείνη αρχιτέκτων και πλέον, κρατούσε στην ουσία εκείνη το γραφείο.


Γύρισε το κεφάλι της και τον είδε να ‘ρχεται. Είχε όνειρα. Αισθανόταν το βιολογικό της ρολόι να χτυπάει δυνατά και να της δείχνει το δρόμο της οικογένειας. Ήθελε να κάνει παιδιά και το έδειχνε.

Για τον Ανδρέα αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή σχέση που είχε. Για την Ζωή… είχε υπάρξει και ο Έκτορας. Σηκώθηκε απ΄ την καρέκλα της να τον υποδεχτεί, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν.

- Όλα καλά; τον ρώτησε


- Μια χαρά, απάντησε χαμογελαστός. Τι κάνεις Ελενίτσα σούπερ γκόμενα;

Έσκυψε και τη φίλησε και την Ελένη.


- Σου τα είπε όλα ο…συνεντευ.. συνεξευ…αει στο διάολο…αυτός που του πήρες τη συνέντευξη τέλος πάντων; Τον ρώτησε εκείνη.


Γέλασε αυτός.


-Αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς.

Τόνισε μία – μία τις συλλαβές :

- Συ-νε-ντευ-ξια-ζό-με-νος. Είναι δύσκολη λέξη.

Πετάχτηκε η Ζωή:

-Για βάλε καμιά παρουσιάστρια των πρωινάδικων να την πει γρήγορα…

Γέλασαν.


- Καλά αφού το ξέρουμε, είσαι δαιμόνιος ρεπόρτερ αγόρι μου.

- Άστα Ελένη μη με δουλεύεις… εγώ δαιμόνιος δεν είμαι, αυτός ήταν απελπισμένος και ήθελε να τα πει όλα.

Κάθισε .


- Θέλω απεγνωσμένα ένα fredo.

Έκανε νεύμα στη σερβιτόρα, της «πέταξε» την παραγγελία του και γύρισε προς τη ζωή, κοιτάζοντάς την στα μάτια.

-Λοιπόν;

-Τι λοιπόν;

-Αλήθεια πως και ήρθατε πάλι σε αυτό το μαγαζί; Δεν είναι του γούστου σας εσάς τα lounge café. Πάντως έχει ησυχία και ηρεμία και είναι ό,τι χρειαζόμουν μετά τη συνέντευξη.

-Γι’ αυτό το διαλέξαμε. Τέτοιες μέρες γίνεται παντού…πανικός . Θέλαμε κάτι πιο ανθρώπινο για να πούμε τα δικά μας, τις μελαγχολίες μας, τα σχέδιά μας, τα όνειρά μας για το μέλλον, βρε αγάπη μου…


-Τα κουτσομπολιά σας θέλετε να πείτε! Τέλος πάντων, κανονίσατε τίποτα για αύριο; Γιορτές έχουμε. Δεν θα πάμε κάπου…κάπου καλά… κάπου…ατμοσφαιρικά.

Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν και γέλασαν.

-Ε, που αλλού, στον Γονίδη θα πάμε, είπε η Ελένη.

Ξέσπασε σε άγρια γέλια ο Ανδρέας.

- Να πάτε, είπε. Κι εγώ θα βγω με τη…Μενεγάκη κι ας μην μπορεί να πει το «συνεντευξιαζόμενος». Λυπάμαι που θα χάσω το Γονίδη να τραγουδάει την …Άγια Νύχτα αλλά τι να κάνουμε; Άσε που την Άγια Νύχτα θα την είπε στο προηγούμενο ρεβεγιόν.

- Πάψε. Εξυπνάκια. Λοιπόν κανονίσαμε με την Ελένη, την Γεωργία, τον Θωμά και τον Λεωνίδα με την Χρύσα…

-Φτάνει, πετάχτηκε ο Ανδρέας. Κανένας άλλος;

-‘Ελα τώρα, θα πάμε σε εκείνο το μαγαζί στο Θησείο που παίζει τζαζ… που σου είχε αρέσει τότε που ξαναπήγαμε…

-Τέλεια. Όλοι μαζί λοιπόν. Καλά θα έρθει κι ο Λεωνίδας με τη Χρύσα από Ξάνθη; Τα κατάφερε ο μπαγάσας να πάρει άδεια τέτοιες μέρες; Κι αν έχουμε κανένα θερμό επεισόδιο;

- Λίγα με τον …κύριο Διοικητή Ανδρέα γιατί ξέρεις δε σηκώνει και πολλά…

- Ξέρω , ξέρω… θυμάσαι την τελευταία φορά που του έκανα εκείνη την πλάκα; Ένα μήνα έκανε να μου μιλήσει ο άτιμος.

- Έλα μη γίνεσαι κακός τώρα, χαίρομαι που αυτές τις μέρες θα είναι μαζί μας και τα αδέρφια μου. Ο Λεωνίδας ήδη θα βρίσκεται στο δρόμο…