Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

ΔΩΔΕΚΑ: Μέρος 27ο - Kάθε φορά...λόγια, ενοχές, σκέψεις

«Γαργαλιέμαι!!!!», φώναξε παιχνιδιάρικα και γελώντας η Μαρίνα στη μαμά της.

Η Ζωή με τη κόρη της καθόντουσαν στο καναπέ του σαλονιού χαζεύοντας τηλεόραση και... καλλωπίζοντας τους εαυτούς τους, σαν δυο «πραγματικές» γυναίκες που ήταν, όταν η μάννα αποφάσιζε ότι η κόρη της δεν ήταν το παιδάκι που θάθελε να είχε παραμείνει.

«Έλα που γαργαλιέσαι τώρα..... γκίλι, γκίλι, γκίλι ,γκίλι......», πείραξε η Ζωή τη μικρή και εκείνη ξεκαρδίστηκε στα γέλια!

«Εδώ που τα λέμε, τι γκίλι…γκίλι βρε μαμά …αυτά μου τάλεγες όταν ήμουνα 5 χρονών. Και μερικές φορές…»

Τη διέκοψε η Ζωή.

« Σαχλαμάρες η μαμά; Για τις μαμάδες, τα παιδιά δεν μεγαλώνουν ποτέ. Δεν εξακολουθεί να σ΄ αρέσει να κάνεις κούνια; Και τραμπάλα; Και να διαβάζεις μίκυ μάους; Ε, είσαι το μωράκι μου λοιπόν. Πάει και τελείωσε. Τώρα θα μου πεις…κι εμένα μ αρέσει . Και το μίκυ μάους και οι κούνιες».

Είχαν περάσει πολύ όμορφα οι δυο τους. Εκείνο το απόγευμα ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της Ζωής! Τα τελευταία χρόνια σπάνια ζούσε τέτοιες.... Μόνο με τη κόρη της. Πόσο την αγαπούσε τη Μαρίνα... Δε θα άφηνε ποτέ τίποτα στον κόσμο να την πληγώσει.

Μα, πόσο ρεαλιστική ήταν στα αλήθεια αυτή η σκέψη;

Οι σκέψεις της διακόπηκαν από τον ήχο κλειδιού στην εξώπορτα.
«Γεια σας αγάπες μου»

«Γειά σου μπαμπά μου », φώναξε χαρούμενα η Μαρίνα και πήγε να τον υποδεχτεί. Ήξερε ότι του άρεσε, «χαιδευόταν» κι όλας…

«Τι κάνει το κορίτσι μου;», είπε εκείνος με σταθερή και ήρεμη φωνή, όπως πάντα... Την πήρε στην αγκαλιά του.

«Πως πήγε σήμερα; », τον ρώτησε η Ζωή.

« Δράμα. Σκέτο μαρτύριο. Πολύ κουραστική...» της αποκρίθηκε δίνοντάς της ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και χαϊδεύοντάς της απαλά τα μαλλιά.

Εννιά χρόνια γάμου ακριβώς με τον Ανδρέα. Πριν από ένα μήνα ήταν η επέτειός τους. Ένας γάμος ήρεμος, συγκροτημένος, «ιδανικός» αλλά όχι ευτυχισμένος... Δεν είναι ότι δεν τον αγαπούσε. Το αντίθετο. Πάντα, όμως, υπήρχε μία αόρατη απόσταση ανάμεσά τους. Κάποιες φορές κατηγορούσε τον εαυτό της.
Ίσως να ήταν κι εκείνη που δεν έδωσε τον εαυτό της σ’ αυτή τη σχέση και τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι. Πως ; Δεν είχε ποτέ κάτι κακό να πει για το γάμο της με τον Ανδρέα. Ήταν πάντα τρυφερός μαζί της, αγαπούσε τη Μαρίνα πολύ, ήταν καλός πατέρας και νοιαζόταν για το σπίτι του. Όλοι της έλεγαν πόσο τυχερή είναι που έχει έναν τέτοιον άνθρωπο δίπλα της, ότι μία τέτοια οικογένεια για πολλούς είναι όνειρο και εκείνη θα έπρεπε να ευχαριστεί το Θεό που την έχει.

Κάθε φορά που άκουγε αυτά τα λόγια ένιωθε ενοχές... Ενοχές για τις κρυφές της σκέψεις. Γιατί ήξερε ότι αυτά τα λόγια είχαν την αλήθεια τους. Εκείνη, όμως, δεν αισθανόταν καθόλου τυχερή. Αισθανόταν εγκλωβισμένη μέσα σε ένα χρυσό κλουβί το οποίο με τη λάμψη του, τύφλωνε τους πάντες. Και κανένας δεν έδινε σημασία στα «κάγκελα». Μέσα σ’ όλες αυτές τις σκέψεις θυμήθηκε τη κολλητή της, την Ελένη. Τότε, όταν εκείνη ακόμα ανυπομονούσε να γίνει μητέρα... τότε, που ζήλευε – καλοπροαίρετα- την Ελένη γιατί είχε ένα υπέροχο παιδάκι και έναν εξίσου υπέροχο άντρα να την αγαπά...
Πόσο αχάριστη νόμιζε τότε ότι ήταν η Ελένη. Και πόσο την είχε αδικήσει τελικά !

**********************************************************

Ήταν ένα κρύο βραδάκι Πέμπτης και η Μαρίνα είχε ήδη αποκοιμηθεί βαθιά. Είχε πάει βόλτα το απόγευμα με το μπαμπά της στο πάρκο, είχε βρει και κάτι φίλες , είχε και το ποδήλατο μαζί της και γύρισε ξεθεωμένη... Ο Ανδρέας έφυγε λίγο αργότερα για δουλειά όταν τον πήραν τηλέφωνο για κάποιο έκτακτο ρεπορτάζ. Η Ζωή μόλις είχε κάνει ένα χαλαρωτικό ντους.

Καθώς ντυνόταν το βλέμμα της έπεσε στο κομοδίνο όπου βρισκόταν το κινητό του Ανδρέα.

« Και πως θα συνεννοείται με το κανάλι;» σκέφτηκε αυτόματα. Την ίδια στιγμή, είχε το φως της οθόνης να αναβοσβήνει. Κάποιος τον έπαιρνε .Κι αυτός, το είχε στο αθόρυβο.
«Προφανώς τον ψάχνουν απ΄το κανάλι» ξανασκέφτηκε.

«Μήπως να το σηκώσω;», μονολόγησε. «Μπορεί να είναι κάτι σημαντικό για τη δουλειά».

Έκανε μία κίνηση να το πιάσει αλλά δε το πρόλαβε. Το φως έσβησε. Το πιο λογικό θα ήταν να το πάρει και να δει το νούμερο που καλούσε. Ποιος τον έπαιρνε ; Δεν τόκανε. Απ΄ το κανάλι θα ήταν. Ποιος άλλος;

Συνέχισε να σκέφτεται.
« Μα ότι και να είναι, πως θα τον βρω εγώ τον Ανδρέα να του το πω ; Άστο- κατέληξε- αν χρειαστεί κάτι, θα με πάρει στο σταθερό.»

Βγήκε από τη κρεβατοκάμαρα και στάθηκε στη πόρτα του δωματίου της μικρής. Τη παρατηρούσε... Ήταν πάντα τόσο γλυκιά όταν κοιμόταν... Ένα μικρό αγγελούδι...δηλαδή όχι και τόσο μικρό αλλά είπαμε. Για τις μανάδες, τα παιδιά μένουν πάντα «μωρά». Που θέλουν στοργή και προσοχή και προστασία. «Σε τι φταις κι εσύ βρε αγαπούλα μου ;», ψιθύρισε με πίκρα και έκλεισε τη πόρτα του δωματίου.

Πήγε και ξάπλωσε στο καναπέ, σκεπάστηκε με μία λεπτή κουβέρτα και προσπάθησε να χαλαρώσει. Είχε ήδη αρχίσει να ψιλοβρέχει και όσο περνούσε η ώρα , η βροχή δυνάμωνε. Το ένα φύλλο της τζαμόπορτας στο σαλόνι ήταν μισάνοιχτο κι αυτή η χαρακτηριστική μυρωδιά απ΄ τη βροχή είχε πλημμυρίσει το σπίτι.

Της άρεσε αυτή η μυρωδιά. Με κάθε ανάσα περνούσε μέσα της και τη γαλήνευε. Κι αυτός ο ήχος της βροχής. Είχε αρχίσει να τη νανουρίζει. Τα μάτια της έκλειναν . Ήταν ήδη έτοιμη να αποκοιμηθεί.
Που βρισκόταν; Τι έβλεπε; Τι άκουγε;

«Ζωηηή...» . Μια φωνή. Και μετά, ένας πυροβολισμός.
« Χτυπηθήκαμε από μία σφαίρα. Είμαστε ένα. Από την ίδια σφαίρα. Μία σφαίρα Ζωή μου... ». Και μετά το βάρβαρο κουδούνισμα του σταθερού τηλεφώνου. Μ έναν απ΄ αυτούς τους γελοίους ήχους που βάζουμε όλοι πια στα τηλέφωνα και τελικά μας κάνουν ν αναπολούμε το «ντριν…ντρίν…»

Η Ζωή πετάχτηκε έντρομη από τον καναπέ, ιδρωμένη και λαχανιασμένη. Σχεδόν δε μπορούσε να ανασάνει.
«Τι στο καλό...», σκέφτηκε.

Για μία στιγμή μόνο έκλεισε τα μάτια της. Πετάχτηκαν μπροστά της σκόρπιες εικόνες από εκείνη την ημέρα του πυροβολισμού, παραμονή Πρωτοχρονιάς του ‘99. Και η φωνή του Έκτορα να φωνάζει το όνομά της. Και μετά…αυτά τα λόγια του όταν ήταν στο νοσοκομείο μετά το πυροβολισμό. Όσο κι αν προσπάθησε , ποτέ της δε τα ξέχασε. Ακόμα τη βασάνιζαν με αμφιβολίες για τις επιλογές της αλλά και για τα ίδια της τα συναισθήματα.

Το κακόφωνο τηλέφωνο επέμενε. Σηκώθηκε αλαφιασμένη από αυτό το σύντομο φλας-μπακ μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και απάντησε.

« Τι κάνεις βρε ψυχή; Πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε; Κρίμα δεν είναι που χαθήκαμε έτσι ;»

Η Γεωργία δούλευε, πια, σε ένα γνωστό οίκο μόδας. Είχε βγάλει αρκετά χρήματα και αυτό φαινόταν πολύ. Ντυμένη με τη τελευταία λέξη της μόδας, πάντα μαλλί κομμωτηρίου και έντονο μακιγιάζ. Σαν όλη η ανασφάλεια της ψυχής της να συμπυκνωνόταν σ’ ένα κόκκινο κραγιόν...αυτό που φορούσε σχεδόν πάντα. Φαινόταν. Φαινόταν ότι ήθελε απεγνωσμένα να τη προσέχουν.. Ήθελε να τραβάει την προσοχή.

«Γεια σου, δεν σε γνώρισα... Ναι, ναι, καιρό έχουμε να ιδωθούμε.» απάντησε διστακτικά η Ζωή. «Καλά είσαι;»

«Μια χαρά Ζωή μου. Σε καινούρια δουλειά, πολύ glamour και το σημαντικό; Πολύ καλά λεφτά! Αλλά αυτά να μη τα λέμε από το τηλέφωνο. Η μικρή σου; Πως είναι; Είστε ... όλοι μαζί .. εκεί οικογενειακώς ; »

«Καλά είμαστε. Και το παιδί. Μεγαλώνει και ομορφαίνει», δε μπόρεσε να κρύψει τη περηφάνια της μαμάς, «Ο Ανδρέας λείπει για δουλειά. Κάτι έκτακτο».

«Πολύ χαίρομαι που όλα είναι καλά Ζωή μου. Να τα πούμε από κοντά κάποια στιγμή, έτσι; »

«Ε, ναι.....» και πριν ολοκληρώσει τη φράση της, η Γεωργία είχε κλείσει το τηλέφωνο.

Η Ζωή έμεινε με το ακουστικό στο χέρι. «Μα καλά... Που με θυμήθηκε αυτή...; », σκέφτηκε... «Έχω να τη δω από το γάμο μου....».
Έβαλε ένα ποτήρι νερό. Ένοιωσε μια ξαφνική δίψα. «Την είχαμε τρακάρει τυχαία με τον Ανδρέα και τη Μαρίνα στο Εμπορικό Κέντρο πριν από τρία χρόνια », θυμήθηκε! «Είχα τρομάξει να τη γνωρίσω τότε... Φαντάζομαι τώρα...», γέλασε ειρωνικά.

Συλλογίστηκε λίγο.... «Τέλος πάντων... », είπε. «O καθένας, ότι θυμάται χαίρεται...».

Έγειρε στον καναπέ και αποκοιμήθηκε.