Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 13ο - Ο Πέτρος

«Πως αισθάνεστε; Είστε σίγουρα καλά;»
H νοσοκόμα που κοίταζε τον Πέτρο στο κεφάλι φαινόταν ανήσυχη.

Αυτός, βιάστηκε να απαντήσει, σαν να τον ενοχλούσε ακόμη κι η ανησυχία της. Ήταν καλά. Τόσες φορές τόχε πει. Δεν είχε τίποτα. Καθιστός ήταν στο κρεβάτι. Ούτε που είχε ξαπλώσει.

«Ναι, ναι…καλά είμαι», απάντησε σχεδόν βιαστικά. «Σας είπα, δεν έχω τίποτα, λίγο πονοκέφαλο μόνο. Η φίλη μου έχει χτυπηθεί άσχημα. Μπορώ να φύγω; Θέλω να πάω να τη δω.» επέμεινε.

Δίστασε η νοσοκόμα.

«Κι εγώ δεν βλέπω να’ χετε κάτι σπουδαίο αλλά θα ήταν καλύτερο να περιμένετε να σας εξετάσει κάποιος γιατρός. Ποτέ δεν ξέρει κανείς.»

«Μα σας είπα δεσποινίς! Είμαι μια χαρά.» ανέβασε τον τόνο του ο Πέτρος και το βλέμμα του είχε ξαφνικά αγριέψει.

«Κι εγώ σας είπα ότι πρέπει να σας δει γιατρός» επέμεινε εκείνη. «Τι είναι αυτά που λέτε; Με το έτσι θέλω φεύγει κανείς από το νοσοκομείο, ύστερα από τέτοια γεγονότα; Τι θέλετε; Να χάσω τη δουλειά μου;»

Γύρισε την πλάτη της. Ο Πέτρος μουρμούρισε μια βρισιά. Σηκώθηκε, περπάτησε λίγο πάνω – κάτω στο δωμάτιο των εξωτερικών ιατρείων όπου τον είχαν μεταφέρει σοκαρισμένο μετά τα γεγονότα , έντρομο στην αρχή αλλά αρκετά ψύχραιμο στη συνέχεια.
Μα τι στο καλό έκανε εκεί μέσα; Ούτε γρατζουνιά δεν είχε. Το κεφάλι του πονούσε, προφανώς από το σοκ και την ένταση της στιγμής.

«Πάω να φύγω» σκέφτηκε και αποφάσισε. Και καθώς άνοιγε την πόρτα, έπεσε πάνω στο γιατρό.

«Εσείς είστε ο βιαστικός;» τον ρώτησε καλοκάγαθα.

Τον κάθισε στο κρεβάτι, του πήρε την πίεση, του κοίταξε τα μάτια μ’ αυτό το μικρό φακό που μοιάζει με στυλό, τον ρώτησε για το ιατρικό του ιστορικό, του χτύπησε τα γόνατα μ ένα σφυράκι, τον ψηλάφησε στους ώμους , την πλάτη και το στέρνο…

«Δεν πονάτε πουθενά;» τον ρώτησε, βέβαιος για την αρνητική του απάντηση. Την οποία μόλις την πήρε, του εξήγησε.

«Να σας πω την αλήθεια, δεν βλέπω να έχετε τίποτα. Αλλά ξέρετε κάτι; Εδώ είναι νοσοκομείο. Σας μετέφεραν εδώ μετά την ιστορία στην Τράπεζα και τους πυροβολισμούς , μαζί με άλλους. Έπρεπε να σας κρατήσουμε, να σας εξετάσουμε. Και τώρα, χρειαζόμαστε μια γραπτή σας δήλωση ότι φεύγετε από το νοσοκομείο και αυτή θα την υπογράψετε αφού συντάξω την έκθεσή μου. Η οποία θα λέει βέβαια ότι δεν έχετε τίποτα. Μετά, θα μιλήσετε με τους αστυνομικούς που σας περιμένουν έξω και μετά θα φύγετε. Συνεννοηθήκαμε;»

«Μα γιατρέ μου, θέλω να μάθω τι έγινε με τη φίλη μου. Την κοπέλα που έφαγε τη σφαίρα. Θέλω να πάω να τη δω…»

«Ηρεμήστε» τον διέκοψε ο γιατρός. « Η φίλη σας είναι καλά. Όσο καλά μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έχει δεχτεί μια σφαίρα. Ήταν πολύ τυχερή. Ευτυχώς που βρέθηκε στη μέση κι αυτός ο νέος, αυτός που τον είχε αρπάξει ο ληστής και μετά μπήκε μπροστά…Θα τη δείτε σύντομα. Έλάτε να συντάξουμε την έκθεση, να κάνετε τη δήλωση, να μιλήσετε με τους αστυνομικούς και μετά…»

Ο Πέτρος άκουγε και συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε τίποτα. Τι, ποιος, πως…
Αλλά τα πράγματα έγιναν κανονικά. Σε ένα τέταρτο, είχε συνταχθεί η έκθεση, είχε υπογραφεί η δήλωση, του είχε δοθεί το εξιτήριο και ο Πέτρος είχε βγει από τα Εξωτερικά ιατρεία και είχε καθίσει σ΄ένα τραπεζάκι μ έναν αστυνομικό. Κι αυτή η διαδικασία είχε κρατήσει λίγο. Στοιχεία ταυτότητας, σύντομη περιγραφή των γεγονότων, υπόμνηση ότι θα κληθεί στην ασφάλεια μέσα σε 48 ώρες για πλήρη κατάθεση και βρέθηκε στο διάδρομο του νοσοκομείου. Λίγο πιο πέρα το βλέμμα του συνάντησε το Θωμά. Έτρεξε προς το μέρος του.

«Θωμά… Πού είναι η Ζωή; Έχουμε κανένα νέο;»
Ο Θωμάς έμενε ακόμη κουλουριασμένος στην καρέκλα του, κοιτάζοντας το κενό.
«Τίποτα ακόμα» είπε με φωνή ξεψυχισμένη.
«Οι γονείς σου;»
«Με το γιατρό.», απάντησε κοφτά.

Ο Πέτρος σφηνώθηκε αμίλητος σε ένα από τα πλαστικά λευκά καθίσματα, απέναντι από το Θωμά. Η σκέψη του έτρεξε πάλι στα γεγονότα. Τα αναψηλάφησε. Τα ‘φερε στη μνήμη του.

Ο ήχος των πυροβολισμών αντηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του, ξυπνώντας του εικόνες που ‘χε αφήσει βαθειά, στο πίσω μέρος του μυαλού του κι είχε ευχηθεί να μην έβγαιναν ποτέ ξανά στην επιφάνεια….

Δε θυμόταν πολλά από την παιδική του ηλικία. Κάποιες γιορτές, κάποιες φορές στην εκκλησία, παιχνίδια και φίλους να τρέχουν και να φωνάζουν, τα πρόσωπα των γονιών του.

Κι’ εκείνη τη νύχτα….κι ας είχε προσπαθήσει τόσο να ξεχάσει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου