Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

ΔΩΔΕΚΑ: Μέρος 26ο - Μια επιλογή... μια λύση

Και τον λόγο του τον κράτησε ο Χρήστος. Τη Δευτέρα το βράδυ γύρισε σπίτι του μεσάνυχτα, ένα τρίωρο περίπου αργότερα από τα συνηθισμένα. Πήγε στο δωμάτιο του γιου του και τον βρήκε στην τηλεόραση να βλέπει αλλά χωρίς να παρακολουθεί…

«Θωμά. Να ετοιμάζεσαι αγόρι μου. Τώρα ήρθα, ήμουν δύο ώρες με τον Υπουργό και συζητούσαμε μόνο αυτό το θέμα. Έχουμε λύση και για το κόστος, όλα θα πάνε καλά».

Ο Θωμάς σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι και τον κοίταξε. Απίστευτο. Ο πατέρας του σχεδόν χαμογελούσε αν και ο Θωμάς ένιωθε πως για κάποιον λόγο δε θα’πρεπε να δείχνει ευχαριστημένος.

«Με τα παιδιά μίλησες; Ξέρουν; Για δάνειο; Και ο Υπουργός τι;»

Ελλειπτικότατες προτάσεις για έναν αριστούχο φοιτητή της Φιλοσοφικής, μα υπέρ αρκετές για έναν άνθρωπο που ένιωθε εδώ και εφτά χρόνια μισός και που τώρα άκουγε πως μπορεί και να μη χάσει εντελώς τα νιάτα και την εφηβεία του και να ξαναπάρει πίσω τη ζωή του…

«Θα το πάρει όλο πάνω του ο Υπουργός. Το κάνει σου λέω δική του υπόθεση το κόστος. Αγόρι μου αφού λύνεται και αυτό όλα καλά θα πάνε, θα το δεις.» είπε ο πατέρας χειρονομώντας παράλληλα για να γίνει πιο πειστικός και αναρωτήθηκε ποιος ήθελε να πείσει ποιον τελικά σ’αυτήν την ιστορία.

«Δηλαδή ο υπουργός θα βάλει το χέρι στη δική του τσέπη και θα μας δώσει δεκαπέντε – είκοσι μισθούς του, καμιά εικοσαριά εκατομμύρια δηλαδή για να πάω εγώ έξω με 40% πιθανότητες να κάνουμε μια τρύπα στο νερό, την ίδια ώρα που έχει ακόμη στην μπούκα τον δημοσιογράφο που τον ρώτησε προχθές πώς μεταφράζεται σήμερα στην πράξη το Κράτος Πρόνοιας;»

Σταμάτησε να πνίξει έναν κόμπο που ένιωθε στον λαιμό και δε μπορούσε να μιλήσει.

«Έτσι θα γίνει;» ρώτησε συνεχίζοντας να’χει το βλέμμα του καρφωμένο στο παράθυρο και ας μην έβλεπε τίποτα, αφού παντζούρια και κουρτίνες ήταν κλειστά.

«Που τον θυμήθηκες τώρα αυτόν τον γλείφτη το δημοσιογράφο; Τι σχέση έχει με την κουβέντα μας; Και πώς μπορείς και λαϊκίζεις τέτοιες στιγμές; Το ξέρεις καλά πως ακριβώς έτσι δεν μπορεί να γίνει. Ούτε όλους τους μισθούς του μπορεί να δώσει αλλά ούτε και φτάνουν αυτά τα λεφτά.» είπε ο Χρήστος πιάνοντας με το δεξί του χέρι την πλάτη του αμαξιδίου του Θωμά και σκουπίζοντας το μέτωπο του που είχε ιδρώσει με το αριστερό.

Ξεφύσηξε μια-δυο φορές, χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του και συνέχισε σκύβοντας πάνω από τον γιο του:

«Τέλη του Γενάρη, να καταλαγιάσει λίγο και η τρέλα από τις γιορτές, θα οργανώσει ο Υπουργός μια βραδιά για σένα, μια εκδήλωση. Βουλευτές, επιχειρηματίες, κανάλια, πολιτικοί του φίλοι, θα καλυφθεί λέει το κόστος με μαθηματική ακρίβεια. Μέχρι και σε κυβερνητική αβάντα θα μπορούμε να ελπίζουμε. Λένε πως αρχές Φλεβάρη θα κάνουν τις πρώτες διαρροές για τον νόμο που ετοιμάζουν για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα ΑμεΑ που τον ζητάτε εδώ και δεκαετίες.».

Έψαξε να βρει το βλέμμα του γιου του μα γρήγορα εγκατέλειψε την προσπάθεια, ίσως και να μην το ήθελε πραγματικά…

«Ο άνθρωπος Γεώργιος Παπαδόπουλος…τέλος πάντων…γίνεται στήριγμα ζωής για τον δεκαεννιάχρονο αριστούχο φοιτητή της Φιλοσοφικής Θωμά Δόρβα, που είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι εδώ και εφτά χρόνια…» ο ελαφρώς πομπώδης και σαφώς κοροιδευτικός τόνος της φωνής του Θωμά ξένισε τον πατέρα του.

«Είναι σαν να διαβάζω τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων… Και κάπως έτσι θα βγει και το Δελτίο Τύπου απ’το γραφείο, έτσι πατέρα; Και καμιά εμφάνιση μου δημόσια να ευχαριστήσω τον φιλάνθρωπο Υπουργό που προσκάλεσε τους φιλάνθρωπους φίλους του και με ελέησαν δίνοντας μου τη ζωή μου πίσω… Έρχονται και εκλογές την Άνοιξη, δένει το γλυκό μια χαρά ε; Θα’χουμε και φρέσκιες τις μέρες αγάπης, οπότε με την αξιοπρέπεια μας σε μετοχές σε κανέναν λογαριασμό τραπέζης όλο και κάποιοι θα μας κάνουν δώρο λίγο από τον οίκτο τους…»

Τινάχτηκε πίσω ο κυρ-Χρήστος. Τρόμαξε. Ο γιος του είχε βάλει όλη του τη δύναμη και είχε στρίψει επιτόπου το αμαξίδιο του σχεδόν 180 μοίρες για να’χει τον πατέρα του πλάτη. Τόση ώρα ένιωθε φυλακισμένος με τον Χρήστο σκυμμένο πάνω απ’το κεφάλι του. Τους το’χε πει πολλές φορές ότι τον ενοχλούσε αυτό το πράγμα. Τον έπνιγε. Ένιωθε σαν μωρό φασκιωμένο με ηλικία κοντά είκοσι χρονών.

«Μια στιγμή Θωμά, κάτσε. Σου έχω μια επιλογή, μια λύση. Και ένα 60% να κερδίσεις τον χαμένο χρόνο. Να ζήσεις… Δεν είσαι το κέντρο του κόσμου ούτε μπορείς να μου λες ότι κάνω κέφι να πάω τον γιο μου σε τσίρκο. Ο αδελφός σου με τη Χρύσα τόσον καιρό παλεύουν να κάνουν παιδί. Απ’τη νέα χρονιά πιάνουν πάλι τις εξετάσεις, τα τεστ, τους γιατρούς… Θέλουν λεφτά όλα αυτά.»

Ο Χρήστος σταμάτησε μια στιγμή να πάρει ανάσα γιατί τάλεγε όλα μαζεμένα.

«Και η αδελφή σου – συνέχισε- πρέπει σιγά-σιγά να ετοιμάζεται να παντρευτεί. Και γάμος τσάμπα δε γίνεται… Απ’την άλλη εγώ με τη μάνα σου δεν είμαστε πιτσιρικάδες, έχουμε μια ηλικία. Σε τι βάθος χρόνου δηλαδή θες να βάλουμε το δάνειο αν πάρουμε; Αύριο μεθαύριο πες κάτι παθαίνουμε, θα μείνεις να παλεύεις με το επίδομα σου να τα βγάλεις πέρα; Τι θες να γίνει λοιπόν; Η οικογένεια θα’ναι άλλη μια φορά στο πλευρό σου όπως μπορεί. Αλλά δεν είναι πολύ καλύτερη και η αξιοπρέπεια με υποθήκη τις ζωές των άλλων…»

Όση ώρα μιλούσε ο Χρήστος στον γιο του είχε καθίσει στο κρεβάτι δίπλα του χωρίς όμως να τον κοιτά. Τελείωσε. Σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα.

«Ας γίνει από τώρα όπως τα λέτε. Ας γίνει τώρα το…σωστό. Μετά…» είπε ο Θωμάς στον πατέρα του πριν εκείνος κλείσει την πόρτα και στηριζόμενος στους αγκώνες του έφυγε από το καροτσάκι και ξάπλωσε στο κρεβάτι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου