Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 18ο - To "περίεργο" δυστύχημα

Ο οδηγός του λεωφορείου βυθίστηκε νωχελικά στο κάθισμά του. Το λεωφορείο ήταν άδειο. Σε λίγη ώρα θα έφτανε στο σταθμό, θα το άφηνε και θα γύριζε σπίτι του όπου τον περίμενε ζεστό φαγητό, από τα χεράκια της μοναχοκόρης του. Σήμερα ήταν τα γενέθλιά της και περίμενε πώς και πώς να της δώσει το δώρο που της είχε αγοράσει. Ένα ακριβό ρολόι με δερμάτινο λουράκι. Το ‘χε αγοράσει με τις οικονομίες που έκανε το τελευταίο διάστημα.

Είχε περάσει μια δύσκολη μέρα που τον είχε κυριολεκτικά εξαντλήσει, μα ευτυχώς η βάρδια του είχε πια τελειώσει. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να επιστρέψει το όχημα στη βάση του και να φύγει για το σπίτι.

«Πρέπει σιγά σιγά να βγω κι εγώ στη σύνταξη. Οι δυνάμεις μου δε με κρατάνε πια όπως παλιά», σκέφτηκε κουνώντας σαν απογοητευμένος το κεφάλι. Το βλέμμα του έπεσε σε μια γυναικεία ασπρόμαυρη φωτογραφία στην άκρη του ταμπλό. Η γυναίκα του, που χρόνια τώρα είχε φύγει από τη ζωή, αφήνοντας ορφανή τη μικρή τους κόρη κι εκείνον μόνο του, να παλεύει για όλα και να ‘ναι αναγκαστικά και μάνα και πατέρας για ‘κείνη. Και δεν τον ήθελε αυτό το διπλό ρόλο. Ποτέ του δεν τον θέλησε…

Και τότε θυμήθηκε… Σπάνια τη θυμόταν. Είχαν περάσει ήδη δεκαπέντε χρόνια από το θάνατό της, μα όσος καιρός και να περνούσε εκείνος πονούσε το ίδιο κι έτσι σπάνια άφηνε τον εαυτό του να θυμηθεί.

Θυμήθηκε εκείνη τη μέρα, 20 χρόνια πριν στο θάλαμο του νοσοκομείου, τη νοσοκόμα που ήρθε να του πει πως η γυναίκα του είχε κάνει κορίτσι. Πόσο όμορφα ήταν τα πρώτα χρόνια, μετά τη γέννηση της κόρης τους… Τόσο ευτυχισμένα. 
Άπλωσε το χέρι του και πήγε να πάρει  τη φωτογραφία από το ταμπλό αλλά δεν έβγαινε από εκεί που την είχε σφηνώσει και την τράβηξε και την ξανατράβηξε με δύναμη κι η φωτογραφία σκίστηκε λίγο στην άκρη και…

«Μα, μα… τι κάνει; Τρελός είναι;»

 Ξαφνικά, - εκείνος το είδε «ξαφνικά» με την άκρη του ματιού του-  ένα μικρό κόκκινο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση φάνηκε σαν να μπαίνει στο δρόμο του. Τρόμαξε, έστριψε με το ένα χέρι, λίγο «τσαπατσούλικα» και απότομα το τιμόνι για να το αποφύγει … το λεωφορείο γλίστρησε…πήρε να ντεραπάρει…

Μόλις τότε είδε το μηχανάκι με τα δυο νεαρά παιδιά, στην άκρη του δρόμου. Δεν τους είχε δει νωρίτερα. Δεν προλάβαινε. Θα τους χτυπούσε. Πάτησε απότομα, με όλη του τη δύναμη το φρένο, πήγε να ισιώσει το τιμόνι για να φέρει το λεωφορείο στα ίσια του…


**********************************************************

Ο οδηγός του κόκκινου αυτοκινήτου τον είδε τον οδηγό του λεωφορείου να πηγαίνει στη μέση του δρόμου, με κάποια αστάθεια. Φοβήθηκε. Το μηχανάκι ήταν λίγο μπροστά του και δεξιά, με σχετικά αργή ταχύτητα. Να φρενάρει; Να «χωθεί» πίσω απ’ το μηχανάκι;  Να πατήσει γκάζι και να τους περάσει; Το λεωφορείο ερχόταν στη μέση του δρόμου. Είδε αριστερά του ένα στενό. Πάτησε γκάζι, έστριψε απότομα αριστερά και χώθηκε στο στενό.
Πίσω του, εξελίχθηκε η τραγωδία. Άκουσε θόρυβο, φρενάρισμα, λάστιχα να στριγγλίζουν. Συνέχισε λίγα μέτρα μέσα στο στενό μέχρι που έκανε στην άκρη και σταμάτησε. Βρισκόταν το πολύ πενήντα μέτρα από το δυστύχημα που είχε μόλις συμβεί.

Ο οδηγός έκρυψε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του, προσπαθώντας να αναλογιστεί τι είχε μόλις συμβεί. Όλα είχαν γίνει τόσο ξαφνικά, τόσο γρήγορα… Κι εκείνος δεν ήξερε…δεν ήθελε…δεν είχε σχέση…να σώσει το κεφάλι του πήγε από το «τρελό λεωφορείο». 

Κατέβηκε  από το αυτοκίνητο. Τι είχε γίνει;  Έτρεξε προς τα εκεί. Το λεωφορείο είχε ανατραπεί.  Το μηχανάκι είχε γίνει σμπαράλια. Τα δυο παιδιά, βρίσκονταν πεσμένα στο δρόμο. Ένας – δυο περαστικοί έτρεχαν προς τα εκεί. Κοίταξε αριστερά – δεξιά να βρει τηλεφωνικό θάλαμο. Είδε έναν στην άλλη γωνία, στην αντίθετη κατεύθυνση. Έτρεξε πίσω, ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο και πήγε ως εκεί.

«Ναι;»
Τον έπιασαν λυγμοί.
«Έκτορα… Εγώ είμαι.»
«Αριάν; Πού είσαι;»
«Για εκείνη την …εξυπηρέτηση που σούχα πει…»
«Και λοιπόν;»
«Έγινε ένα ατύχημα…» ψέλλισε χαμηλόφωνα  μέσα στους λυγμούς του.
«Τι ατύχημα; Εσύ είσαι καλά; Χτύπησες;»
«Όχι εγώ Έκτορα. Δυο παιδιά χτυπήσανε…πολύ…είναι στο δρόμο μες΄στα αίματα»

«Και λοιπόν; Εσύ τι σχέση είχες; Τι είναι αυτά που λες; Τρελάθηκες; «

«Έμπλεξα Έκτορα, έμπλεξα»
«  Πού έμπλεξες; Τι είδους εξυπηρέτηση ήταν αυτή που πήγες να κάνεις;»

«Όχι…όχι…δεν έκανα τίποτε εγώ…το λεωφορείο…δεν ήταν όπως νόμιζα Έκτορα! Σου ορκίζομαι! Νόμιζα πως θα ήταν κάποιος μεγάλος σε ηλικία… Που έχει κάνει πολλά κακά. Έτσι μου ‘χε πει. Και να τον …τσαλακώσουμε λιγάκι. Μα ήτανε παιδιά. Είναι δυο παιδιά. Μια κοπέλα κι ένα αγοράκι, μικρό παιδί.  Ο Θεός μαζί μου. Έστριψα σ’ ένα στενό…κι έπεσε ένα λεωφορείο επάνω τους»

«Μα εσύ τι πήγαινες να κάνεις  Αριάν; Τι σχέση είχες εσύ με το δυστύχημα; Τι σχέση είχες εσύ με τα παιδιά; Γιατί κλαίς; Εξήγησέ μου. Ηρέμησε…».

«Εγώ δεν έκανα τίποτα. Άλλο ήταν να κάνω.. .άλλο μου είχαν πει…αλλά είδα τα παιδιά…δίστασα…τα πήρα από πίσω, είδα ξαφνικά το λεωφορείο, έστριψα, δεν έφταιγα εγώ. Δεν ήθελα… Αλήθεια! Δεν το ‘θελα…» είπε κι οι λυγμοί έπνιξαν και πάλι τη φωνή του.

Ήταν ασυνάρτητος.

«Πού είσαι; Έρχομαι να σε βρω.»

Ο Αριάν του είπε. Την ήξερε τη γειτονιά. Δεν ήταν πολύ μακριά.

«Πήγαινε αμέσως εκεί, στο δυστύχημα. Εκεί θα ’ρθω. Προσπάθησε να βοηθήσεις κι εσύ.. Ο, τι μπορείς. Άσε το αυτοκίνητο εκεί που είσαι και τρέχα» του είπε ο Έκτορας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου