Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 19ο - Oι στιγμές του δυστυχήματος

Είχε – δεν – είχε περάσει ένας μήνας όταν είχε χτυπήσει το τηλέφωνο στο σπίτι του Έκτορα, ένα μικρό αλλά καλούτσικο διαμερισματάκι κάπου στο Μαρούσι, κοντά στο σταθμό του ηλεκτρικού. Ήταν ο Στράτος ή ο Αλί, όπως τον έλεγαν παλιά. Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που ο Έκτορας κι εκείνος είχαν έρθει μαζί στην Ελλάδα , για να ψάξουν μια καλύτερη ζωή και να εγκατασταθούν.

Στην αρχή δούλεψαν μαζί, σε μια οικοδομή, μα γρήγορα ο Στράτος σταμάτησε τη δουλειά. Από νωρίς τους είχαν πλησιάσει περίεργοι τύποι, μπλεγμένοι σε διαφόρων ειδών παρανομίες, προσπαθώντας να τους εντάξουν σε περίεργα κυκλώματα.

Ο Έκτορας είχε προσπαθήσει απ’ την αρχή σχεδόν να κρατηθεί μακριά και να τους ξεκαθαρίσει πως δεν είχε διάθεση για κανενός είδους μπλέξιμο. Ο Αντρέας πάλι, δε φάνηκε να τους αποφεύγει τόσο κάθετα όσο ο Έκτορας. Κι όταν σταμάτησε τη δουλειά ξέκοψαν οι δυο τους σιγά σιγά κι ούτε πια μάθαινε νέα του.

Εκείνες τις μέρες είχε έρθει στην Ελλάδα ο Αριάν, ο αδερφός του Έκτορα, από την Ιταλία. Ο Αριάν είχε φτιάξει πια εκεί το σπιτικό του, είχε παντρευτεί μάλιστα μια Ιταλίδα κι είχαν κάνει και 2 παιδιά. Ο Έκτορας τον φιλοξένησε. Μίλησαν πολλές ώρες. Ο Αριάν ήθελε βοήθεια. Χρειαζόταν ενίσχυση. Έπρεπε να ψάξει να βρει επαφές στην Ελλάδα, να «στήσει» δουλειές, να βρει λύσεις.

«Μα …πόσο θα μείνεις; Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχεις τη δουλειά σου στην Ιταλία;» είχε ρωτήσει τον αδελφό του.

«Και τι θέλω νομίζεις; Πέντε γνωριμίες, πέντε πελάτες να βρω, να επεκτείνω λίγο τις δουλειές. Κι αν βρω, να κάνω και κανένα καλό μεροκάματο, να μη σου είμαι και βάρος. Εντάξει με τη δουλειά στην Ιταλία, δεν χάνεται αυτή.»

Ο Έκτορας χάρηκε μόλις άκουσε τη γνώριμη φωνή του Στράτου. Τον είχε βοηθήσει πολύ να σταθεί στα πόδια του. Δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον Έκτορα, είχε περισσότερη πείρα στη ζωή.

«Έμαθα πως είναι εκεί ο Αριάν. Είναι κάποιος μωρέ… και θέλει μια εξυπηρέτηση. Εγώ δεν προλαβαίνω να την κάνω… Πληρώνει πολύ καλά. Κι έμαθα πως ο Αριάν έχει προβλήματα με το μωρό και πως έχει ανάγκη, κι είπα να βοηθήσω», είπε ο Αντρέας.

Πράγματι, ο μικρός γιος του Αριάν, είχε γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα στην καρδιά του. Χρειαζόταν πολλές εγχειρήσεις για να διορθωθεί. Τα χρήματα ήταν πολλά. Η δουλειά στην Ιταλία δεν έφτανε. Χωρίς τα απαραίτητα χρήματα οι εγχειρήσεις καθυστερούσαν και η υγεία του μικρού ολοένα και χειροτέρευε.

Ο Έκτορας έδωσε το ακουστικό στον Αριάν, που ήταν δίπλα του, για να συνεννοηθεί. Μόλις έκλεισαν , τον ρώτησε.

«Τι ακριβώς σε ήθελε;»
«Δεν πολυκατάλαβα. Δεν μου είπε πολλά. Κάτι για μια εξυπηρέτηση. Κανένα κουβάλημα υποψιάζομαι…καμιά μετακόμιση αλλά για πολλά πράγματα…για βαριά πράγματα. Και για καλά λεφτά μου είπε.»

«Πόσα δηλαδή; Γιατί αυτά τα πολλά λεφτά εγώ τα φοβάμαι. Μην πας και μπλέξεις πουθενά».

Γέλασε ο Αριάν.

«Που να μπλέξω; Ένα καλό μεροκάματο θα βγάλω. Αυτό είν’ όλο.»

«Πρόσεχε» ήταν η τελευταία λέξη του Έκτορα.

Λίγες μέρες μετά, το τηλέφωνο στο σπίτι του Έκτορα χτύπησε ξανά. Ήταν ένας άντρας. Από τη φωνή ακούγονταν μικρός σε ηλικία. Κάπου στα 25. Και πολύ ευγενικός.

«Μπορώ να μιλήσω στον Αριάν;», είπε διστακτικά.

Ο Έκτορας φώναξε τον Αριάν.
Το τηλεφώνημα κράτησε αρκετή ώρα.
Έγιναν άλλα δύο τις επόμενες μέρες.

Κάτι δεν του άρεσε σ’ αυτή την ιστορία. Η πολλή μυστικοπάθεια του αδερφού του ίσως… Το πρώτο πράγμα που του μπήκε στο μυαλό ήταν τα ναρκωτικά. Τι άλλο; Είχε προσπαθήσει σκληρά να μείνει μακριά απ’ αυτό το θέμα ο Έκτορας. Δεν ήταν εύκολο. Πλήρωναν πολλά για μια δουλειά που φαινόταν εύκολη και γρήγορη.

«Πάρε ένα σακουλάκι από εκεί και πήγαινέ το εκεί και δώστο σ αυτόν και φρόντισε να πάρεις το τρόλεϊ και να μη σε δούνε καλά και να φοράς γυαλιά…» και διάφορα τέτοια σου λέγανε.

Αλλά δεν το ‘κανε. Τι δουλειά είχε μ αυτά; Για καλύτερη ζωή είχε έρθει στην Ελλάδα. Αν ήθελε να μπλέξει σε…Μαφίες, μπορούσε να το κάνει εύκολα και γρήγορα στην Αλβανία.

Αποφάσισε να μη ρωτήσει.

Ήξερε ο Έκτορας ότι ο Αριάν είχε πολύ μεγάλη ανάγκη για χρήματα. Αλλά δεν τον είχε ικανό και για κάτι τέτοιο. Έτσι αποφάσισε να του δείξει εμπιστοσύνη και να μη ρωτήσει παραπάνω.


*********************************************

Λίγα λεπτά αργότερα, ο Έκτορας φάνηκε με το μηχανάκι του από την άκρη του δρόμου. Είχε περάσει μπροστά από ένα ντεραπαρισμένο λεωφορείο, με τον οδηγό εγκλωβισμένο και μάλλον νεκρό, ένα κατεστραμμένο μηχανάκι, μια κοπέλα κι ένα μικρό αγόρι αιμόφυρτους στην άσφαλτο. Κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται. Η θέα και μόνο έκανε το αίμα του να παγώσει. Το βλέμμα του έψαξε να βρει το γνώριμο πρόσωπο του αδερφού του. Καθόταν αμίλητος, σα χαμένος στην άκρη του δρόμου. Μόλις είδε τον Έκτορα έτρεξε προς το μέρος του.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε ο Έκτορας αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά.
«Εγώ ναι…» απάντησε τρέμοντας ο Αριάν.
«Έκτορα εγώ…»
«Άστα αυτά τώρα. Κάλεσαν ασθενοφόρα οι αστυνομικοί. Αλλά αργούν. Και τα παιδιά είναι…»

Σταμάτησε απότομα ο Έκτορας κι έτρεξε προς την αιμόφυρτη κοπέλα.

Οι αστυνομικοί δεν τον άφησαν να πλησιάσει. Πρόλαβε μόνο να δει τα δυο παιδιά. Η κοπέλα καλά του φάνηκε.

«Η κοπέλα έχει ακόμα τις αισθήσεις της!» φώναξε ενώ οι σειρήνες του ασθενοφόρου έφτασαν στ’ αφτιά του.

«Κουράγιο!» ψιθύρισε κι αισθάνθηκε σαν να της κρατούσε το χέρι. Μόνο που εκείνη δεν το ήξερε.

Ήθελε να φτάσει κοντά της. Αισθανόταν κάτι σαν υποχρέωση, κάτι σαν ενοχή.
«Αφήστε με να πάω κοντά της, την ξέρω την κοπέλα» είπε ψέματα.

Μέσα στη βαβούρα, ξεγλίστρησε και πήγε κοντά της. Ήταν πανέμορφη με δυο τεράστια μάτια. Τον κοίταξε. Έσκυψε, γονάτισε και της έπιασε το χέρι.

«Κουράγιο» μουρμούρισε.

«Φύγε ρε συ από ‘ κει» φώναξε ένας αστυφύλακας.

«Όχι ρε Κώστα, άστο το παιδί, μου είπε ότι την ξέρει» του είπε ο συνάδελφός του. Σαν αλαλιασμένος κι αυτός.

Τρία ασθενοφόρα έφτασαν στο δρόμο. Οι περαστικοί που σταματούσαν να δουν τι συμβαίνει μιλούσαν με τους αστυνομικούς ενώ ο ένας φώναζε «Είμαι γιατρός…είμαι γιατρός, αφήστε με να δω την κοπέλα».

«Είδατε πώς έγινε;» ρώτησε κάποιον ο ένας αστυνομικός.

Δυο ακόμη περιπολικά έφτασαν και άρχισαν να περιορίζουν τον κόσμο.

«Φαίνεται πως το λεωφορείο έχασε τον έλεγχο κι έπεσε πάνω στα καημένα τα παιδιά. Είναι θαύμα που είναι ακόμα ζωντανά.», είπε ένας από τους περαστικούς που είχε φτάσει από τους πρώτους.

Τα ασθενοφόρα πήραν τα δυο παιδιά. Ο οδηγός του λεωφορείου ήταν ήδη νεκρός.
«Θα πάω κι εγώ μαζί!» φώναξε ο Έκτορας στον Αριάν κι ανέβηκε στο μηχανάκι του.
«Θα έρθω κι εγώ!», φώναξε εκείνος.
«Όχι, καλύτερα να πάω εγώ. Θα σε ειδοποιήσω, μην ανησυχείς. Εσύ εξαφανίσου. Και κρύψε και το αυτοκίνητο μήπως και το είδε κανείς».

Στο δρόμο ο Έκτορας δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την εικόνα της αιμόφυρτης κοπέλας, με τα μεγάλα μάτια.
Κι αν πάθαινε κάτι, εκείνη και το παιδί; Και ο πεθαμένος οδηγός;
Σαν να ένιωθε τύψεις κι ο ίδιος.
Έπρεπε να το ‘χει προβλέψει.
Τον έβλεπε τον Αριάν πως κάπου είχε μπλέξει.
Έπρεπε να τον έχει σταματήσει. Να προσπαθήσει απ’ αλλού να του βρει τα χρήματα που χρειαζόταν. Μπορούσε να ‘χε αποτραπεί όλο αυτό. Το είχε υποσχεθεί στη μάνα του πως δε θα παρατούσε ποτέ τ’ αδέρφια του, Πως είχε ξεφύγει έτσι η κατάσταση;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου