Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 3ο - Η Ζωή, ο Θωμάς κι η Γεωργία

Τον πρώτο καιρό όλα ήταν πολύ δύσκολα. Τα δύο παιδιά χρειάζονταν ψυχολογική στήριξη από μια οικογένεια που για πρώτη φορά θα έπρεπε να είναι ενωμένη και να φανεί δυνατή. Βοήθησε πολύ αποφασιστικά ο Λεωνίδας, ο μεγάλος αδελφός.


- Έλα Θωμά μου πλύνε τα χέρια για να φάμε, πήγε 3:30 η ώρα…

- Ασπασία εμένα μη με υπολογίζεις, θα βγω έξω με τον υπουργό.

- Ρε μπαμπά χρονιάρες μέρες κι εσύ πάλι με τον υπουργό. Τι να σου πω…

- Ζωή κουμάντο στο δικό σου πρόγραμμα. Όχι σ' εμένα.


Μισό λεπτό αργότερα, είχε βγει , χτυπώντας την πόρτα. Εκτός των …άλλων, είχε γίνει και νευρικός τελευταία.


Η Ζωή έσκυψε το κεφάλι της. Κάθισε. Η μητέρα της σερβίρισε ατάραχη Ο Ανδρέας της χάιδευε το χέρι.


Ο πατέρας της πάντα την πίεζε και της φώναζε. Την πίεζε να σπουδάσει νομική και να την βάλει σε κάποια υπηρεσία, σε κάποιο Δικαστήριο ή ακόμη και να ασχοληθεί με την πολιτική. Τελικά ασχολήθηκε με όλα αυτά από ένα άλλο πόστο, αυτό της δημοσιογράφου. Είχε σπουδάσει δημοσιογραφία πολλά χρόνια αργότερα, τότε που άνοιξαν τα πρώτα ιδιωτικά εργαστήρια Δημοσιογραφίας. Μέχρι βέβαια να σπουδάσει ασκούσε το επάγγελμα εντελώς ερασιτεχνικά… που αλλού; Στο πολιτικό γραφείο που δούλευε ο πατέρας της γράφοντας και στέλνοντας τα δελτία τύπου του υπουργού. Τζάμπα φυσικά.


Κάπως…αμίλητα εκτυλίχθηκε το γεύμα. Υπέροχο το φαγητό, κακή η διάθεση.

Μόλις είχαν τελειώσει, η Ζωή ενημέρωσε τον Θωμά:


- Αύριο βράδυ αδέρφι κανονίσαμε να βγούμε όλοι μαζί για να γιορτάσουμε το millennium, εντάξει;

Χαμογέλασε ευχαριστημένος αυτός.

- Ναι αλλά το πρωί θέλω να μου κάνεις μια χάρη…

- Ό, τι θέλεις . Πέστο.

- Θέλω να πάμε όλοι μαζί για ψώνια. Κι ο Ανδρέας κι ο Λεωνίδας με τη Χρύσα και η Ελένη.

Ο Ανδρέας ήταν ο πρώτος που αντέδρασε.

-Εγκρίνεται. Συμφωνώ και επαυξάνω.


Αισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή σα μικρό παιδί. Ήθελε τόσο πολύ να βρίσκεται με τη Ζωή… ήθελε να μπορούσε θα έμεναν στο ίδιο το σπίτι. Το σκέφτονταν έντονα αυτό τελευταία…

Και σηκώθηκε.


-Ωραία φάγαμε, ωραία ήπιαμε, εγώ πρέπει να πηγαίνω. Έχω μια συνέντευξη να απομαγνητοφωνήσω.


Γέλασε η Ζωή.


- Σπασίκλα. Ε …σπασίκλα.

-Τα λες σαν να μην ξέρεις ότι η δουλειά μας δεν έχει αργίες και ωράριο.

-Καλά…καλά…φύγε…άντε στη συνέντευξη. Εγώ θα μείνω μέσα. Τα λέμε αύριο το πρωί.

Ο Ανδρέας έβαλε το παλτό του και το κόκκινο κασκόλ που του είχε πάρει δώρο η Ζωή πέρυσι τα Χριστούγεννα.


«Τι ωραία ήταν περυσι η βραδιά» σκέφτηκε


Και μόνο στη σκέψη, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Πόσο πολύ την ήθελε αυτή τη γυναίκα, πόσο πολύ την αγαπούσε. Περίμενε την αυριανή μέρα για να της κάνει την έκπληξη της ζωής της, μια έκπληξη που την σχεδίαζε τρεις μήνες…


Διάβαζε πολύ ο Θωμάς. Του άρεσαν τα έξυπνα μυθιστορήματα αλλά με …αίσιο τέλος. Κάποιες φορές ξεφύλλιζε και μεγάλους Έλληνες Ποιητές: Καβάφη, Σεφέρη και τώρα τελευταία Ελύτη. Τον συγκινούσαν πολύ οι στίχοι από το άκρως ερωτικό Μονόγραμμα. Τον ταξίδευαν στο ανέφικτο, στο ονειρικό.


Κλείστηκε, όπως πάντα, στο δωμάτιό του για να διαβάσει. Η μαμά… στην απομόνωση τη δικιά της. Μπροστά στην τηλεόραση. Δεν είχε ποτέ τίποτε άλλο να κάνει. Βλέπει πάντα τηλεόραση περιμένοντας τον άνδρα της να γυρίσει. Κάποια Σάββατα πήγαινε επίσκεψη στις γειτόνισσες της πολυκατοικίας …απίστευτο! Αυτή ήταν πάντα όλη της η έξοδος.


Η Ζωή απ΄ την πλευρά της, ήταν ευαίσθητη. Είχε πάντα μια διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων. Σαν πάντα κάτι να περίμενε να γίνει για να αλλάξει η ζωή της. Είχε και πολλά μυστικά. Μυστικά μέχρι κι από τον ίδιο της τον εαυτό.


Πολύ όμορφη γυναίκα αλλά με καρδιά ραγισμένη από πολλές καταστάσεις και ελαφρώς προβληματική ιατρικά. Της τόχε πει κι ο καρδιολόγος που είχε δει πριν από ένα μήνα και την έβαλε να κάνει ένα σωρό εξετάσεις: « Μου φαίνεσαι κουρασμένη. Και η καρδιά σου δείχνει αυτό που είσαι. Κουρασμένη. Πρέπει να ξεκουραστείς λίγο. Να ξεκουραστείς από το άγχος, την αγωνία, το στρες…ν απολαύσεις κάποια πράγματα. Και το κάπνισμα. Δεν μπορείς να το κόψεις; Να το μειώσεις βρε διάβολε;»


Την είχαν ταρακουνήσει τα λόγια του γιατρού. Αλλά δεν είχε σκοπό να κάνει άμεσες αλλαγές στην καθημερινότητα της. Ειδικά η ιδέα να κόψει το τσιγάρο δεν της πέρναγε καθόλου από το μυαλό. Μανιώδης καπνίστρια από το Λύκειο. Και πραγματικά αγχωτική. Ανυπόμονη.

Στεκόταν πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας και χάζευε το συννεφιασμένο, βαρύ ουρανό, μετρώντας σχεδόν τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν ακατάπαυστα πάνω στο κάγκελο της βεράντας. Έπεφταν, χτυπούσαν στο σίδερο κι εξοστρακίζονταν και μετά…χάνονταν.


Το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου την διέκοψε. Όταν βυθιζόταν στις σκέψεις της, δεν άκουγε τίποτα. Μπορεί να της μίλαγες και να μην έπαιρνες ποτέ απάντηση. Το τηλέφωνο όμως, το άκουγε. Πήγε και το πήρε από τη βάση του και ξαναπήγε στο τζάμι. Ήταν η Γεωργία.


- Βρε Ζωή ….που χάθηκες βρε ψυχή;


Η Γεωργία. Μια σχετικά πρόσφατη γνωριμία που ακόμη δεν είχε δείξει αν θ΄ άντεχε στο χρόνο κι αν θα γινόταν φιλία. Βασικό μειονέκτημα; ότι ήταν η Ζωή που είχε δεσμό με τον Ανδρέα. Κι όχι η Γεωργία. Όπως – ήταν εμφανές δηλαδή- θάθελε. Και δεν έχανε την ευκαιρία να το δείχνει. Παρά το γεγονός ότι τη συμπάθησε από την αρχή τη Ζωή και ήθελε να κάνει παρέα μαζί της, η …συμπάθεια στον Ανδρέα ήταν εμφανής.

Τις ένωναν βέβαια αρκετές, κυρίως απλές, καθημερινές ας πούμε «γυναικείες» καταστάσεις και τίποτε άλλο. Άλλοτε για ισότητα και εργασιακές συνθήκες, για μόδα, άλλοτε για καλλυντικά ή γυμναστική, καμιά φορά για περιοδικά και δημοσιεύματα, κυρίως κουτσομπολίστικα άλλες φορές για τα λεφτά που είχαν κάποιοι κι αυτά που δεν είχαν οι …άλλοι. Πάνω από όλα οι η μόδα και οι καινούριες «τάσεις».


Η Γεωργία μ αυτό ασχολιόταν. Ήταν αυτό που λέμε «Ειδική για styling». Στα ελληνικά…στυλίστρια . Δούλευε σε ένα γυναικείο περιοδικό δίνοντας συμβουλές στις αναγνώστριες για τα κατάλληλα ρούχα, την κατάλληλη στιγμή. Όλη μέρα με ένα τηλέφωνο στο χέρι για τις νέες παραλαβές .

Μερικές φορές η Γεωργία του την είχε …πέσει .Δεν είπε ποτέ τίποτα στη Ζωή, αισθανόταν κι ότι δεν ήθελε να χαλάσει τη φιλία των δυο κοριτσιών, ήθελε να δει και που το …πήγαινε….


-Θα σου τηλεφωνούσα κι εγώ αλλά με πρόλαβες, είπε γρήγορα η Ζωή. Το είχε αποφασίσει. Θα την καλούσε κι εκείνη στο ρεβεγιόν. Γιατί όχι; «Αύριο βράδυ στις 11- συνέχισε- έλα στην κεντρική πλατεία, στο Θησείο. Θα κάνουμε ρεβεγιόν όλοι μαζί , στο «Jazz». Εντάξει;


Δεν το σκέφτηκε καθόλου η Γεωργία. Ένοιωθε ότι δεν την ενδιέφερε και τόσο πολύ που η Ζωή και ο Ανδρέας ήταν μαζί αλλά…τι στο διάολο…κανείς δεν είναι με κανέναν για πάντα.


- Ωραία ιδέα. Θα ’ρθω. Και μετά μπουζούκια;


Η Γεωργία ήθελε να φορέσει το σέξι φόρεμα που αγόρασε μαζί με τις δωδεκάποντες γόβες. Και βέβαια, ήθελε να κάνει εντύπωση στον Ανδρέα. Του είχε κάνει 1-2 «ανοίγματα» αλλά φως δεν είχε δει. Έβλεπε να χάνει έδαφος και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δράσει.


- Όχι ρε τι μπουζούκια αφού ξέρεις εμείς δεν είμαστε για τέτοια μαγαζιά. Τέρμα μουσική και γαρύφαλλο στο αυτί…


- Καλά ποτέ μη λες ποτέ Ζωή, μπορεί στο τέλος να γουστάρουμε…

Η Γεωργία πάντα μιλούσε βραχνά και σταθερά. Θηλυκό που στο πέρασμα της δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο.


-Εντάξει Γεωργία, βλέποντας και κάνοντας, Σε αφήνω τώρα. Θα τα πούμε αύριο…


Και πριν και η Γεωργία την καληνυχτίσει είχε πατήσει το off. Πήγε κι άφησε το ακουστικό στη βάση του. Άναψε τσιγάρο. Ξαναγύρισε στο τζάμι. Ξαναξεχάστηκε. Η τηλεόραση έπαιζε σχετικά δυνατά. Κάποιο σήριαλ…κάποιο ριάλιτι…δεν είχε ιδέα.

1 σχόλιο: