Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 5ο – Το τηλεφώνημα

«Πως θα γιορτάσει εκείνος την αλλαγή του χρόνου; Και μετά, την επόμενη ημέρα; Πως θα γιορτάσει τα γενέθλια του;» σκεφτόταν η Ζωή, ψηλαφώντας την ουλή στο μέτωπό της.

Το πρόσωπο του Έκτορα στα μάτια της, μετά το πρόσωπο του Ανδρέα και μετά, πάλι του ‘Έκτορα, πάλι του Ανδρέα, πόλεμος…

Τον σκέφτεται έντονα κι όλο βυθίζεται στο μαξιλάρι της ώσπου άξαφνα χτυπάει το κινητό της…

Η μοίρα παίζει πάντα περίεργα παιχνίδια.«Παίζει» πράγματι. Κάνει ό,τι μπορεί για να γελοιοποιήσει τους ανθρώπους, τα συναισθήματά τους, τις καταστάσεις τους.

Όπως και πριν, το τηλέφωνο. Αλλά όχι του σπιτιού. Το κινητό της.

«Ο Αντρέας θάναι» σκέφτεται. «Θα τέλειωσε την απομαγνητοφώνηση». Το πιάνει. Δεν είναι ο Ανδρέας. Το καντράν γράφει «Έκτορας». Απαντάει τρέμοντας ενώ σκέφτεται : «Συγκοινωνούντα δοχεία οι σκέψεις».

- Καλησπέρα
- Καλησπέρα.

Ήταν αυτός. Ο Έκτορας. Η φωνή της «απάντησε» μηχανικά.

- Γειά σου Ζωή.

Άκουγε και σκεφτόταν με ταχύτητα. Περίμενε. Τι να ήθελε άραγε πάλι ύστερα από τόσο καιρό; Ένοιωσε σα να φοβάται η Ζωή. Τι ήθελε να της πει; Το τελευταίο διάστημα πριν από το χωρισμό τους ήταν τουλάχιστον απρόβλεπτος. Σκληρός. Ασυνήθιστα απότομος. Οργισμένος. Και την μια και μόνη φορά που τον είχε δει, στα κρυφά, όταν της το είχε ζητήσει, την είχε πραγματικά φοβίσει. Είχε μετανιώσει που είχαν βρεθεί να πιούνε καφέ κρυφά από τον Ανδρέα. «Σε αγαπάω και δεν θα πάψω ποτέ να σ αγαπάω» της είχε πει και τα μάτια του «έβγαζαν» κάτι περίεργο. Κάτι απειλητικό. Επιθετικό. «Σε θέλω και δεν μπορεί κανείς να μας χωρίσει» της είχε πει. Είχε καθίσει λίγα λεπτά μόνο η Ζωή και είχε φύγει γεμάτη σκέψεις και φόβους. Και τώρα; Τι νάθελε;

Άρχισε να μιλάει μόνος του κι η Ζωή ούτε καν ανάσαινε.

«…αύριο Ζωή, αύριο σου λέω είναι η μεγάλη μέρα. Θα αλλάξω εγώ τις ζωές μας αφού εσύ δεν κάνεις τίποτα. Δε μπορώ να ξέρω ότι σε έχει άλλος κι όχι εγώ. Είσαι η γυναίκα της ζωής μου…όλα αύριο τελειώνουν και ξαναρχίζουν για μένα. Η οικογένεια σου ποτέ δε με αγκάλιασε…δεν με δέχτηκε…δεν με θεώρησε άξιο για σένα γιατί ήμουν Αλβανός. Αύριο λοιπόν…να είσαι έτοιμη… θα έρθω να σε βρω και θα φύγουμε για πάντα… αύριο… το «μεγάλο μπαμ» θα γίνει αύριο… το «μπαμ» σου λέω… θα πάρω ότι έχω και δεν έχω και θα έρθω να σε πάρω… αύριο»

Το τηλέφωνο της έπεσε από τα χέρια στο ξύλινο πάτωμα κάνοντας ένα εκνευριστικό θόρυβο.

Φοβήθηκε. Δεν πρόλαβε να του πει τίποτα. Τι να του πει; Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ τα μάτια της… η καρδιά της χτυπάει τόσο δυνατά που νομίζει θα πεθάνει. Τι να εννοούσε άραγε; Τι είχε σκοπό να κάνει; Κι αυτό το προαίσθημα τις τελευταίες ημέρες που δεν την άφηνε ήσυχη τα βράδια… κάτι της «έλεγε» αλλά προτιμούσε να μη δίνει σημασία. «Σαχλαμάρες» σκεφτόταν.

Το κινητό ήταν πλέον κλειστό. Αλλά η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα και δυνατά. Για να χαμηλώσουν οι παλμοί της, για να ηρεμήσει, αποφάσισε να ακούσει το αγαπημένο της cd. Το έβαλε. Σε χαμηλή ένταση. Της το είχε πάρει δώρο ο Έκτορας με το πρώτο του καλό μεροκάματο. Ένα cd με ερωτικές ξένες ροκ μπαλάντες. Τα λάτρευε αυτά τα τραγούδια η Ζωή, την χαλάρωναν και την ταξίδευαν. Η αναπνοή της είχε γίνει κοντή. Είχε αγωνία.
«Θα το ελέγξω» άρχισε να λέει στον εαυτό της.
Η μουσική τη χαλάρωσε.

Πήγε στο δωμάτιό της μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Ξάπλωσε με τα ρούχα. Αποκοιμήθηκε. Με την εικόνα του Έκτορα στα σφαλιστά της μάτια.

5 σχόλια:

  1. Θεωρώ πως πρέπει να κάνω κι εγώ κάποιες παρατηρήσεις, συμφωνώντας απόλυτα με το mitsara. Καταρχήν υπάρχουν ορισμένα, ας μου επιτραπεί, λάθη, που δυσκολεύουν αφάνταστα την ανάγνωση.
    1.) Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο point of view, όπως συνηθίζεται ο όρος να λέγεται. Στη μία παράγραφο διαβάζουμε για τις σκέψεις του ενός και στην άλλη του άλλου. Π.χ. Ο Θωμάς ζήτησε να πάνε όλοι για ψώνια, μετά ο Αντρέας αισθάνθηκε ρίγος, κατόπιν ο Θωμάς κλείστηκε για να διαβάσει, στο τέλος η Ζωή μίλαγε στο τηλέφωνο.
    2.) Υπάρχουν χρονικές ασυνέπειες. Υποθέτω ότι βρισκόμαστε προπαραμονή Χριστουγέννων (Γονίδης-Άγια Νύχτα) ή Πρωτοχρονιάς (millennium), υποθέτω επίσης το έτος 1999, εκτός κι αν μιλάμε για σήμερα, όπου θα δικαιολογείται ο Λεωνίδας να είναι Διοικητής, αλλιώς το 1999 θα είναι πολύ νέος. Παρεμπιπτόντως ποια είναι η ηλικία της Ζωής και των λοιπών;
    3.) Καλό είναι ο επόμενος συγγραφέας να ξοδεύει περισσότερη ώρα να διαβάζει των προηγουμένων. Έτσι θα αποφεύγονται συγχύσεις. Συγκεκριμένα: Η Γεωργία, η οποία ήταν καλεσμένη της Ζωής στο κεφ. 1, πώς ξαφνικά εμφανίζεται μετά από πολύ καιρό να μιλά στη Ζωή (κεφ. 3) και να της γίνεται τηλεφωνικά η πρόσκληση;
    4.) Υπάρχει έλλειψη στοιχειώδους δράσης. Οι ήρωες είτε πίνουν καφέ, είτε τρώνε, είτε είναι στα ενδιάμεσα. Αυτό μπορεί και να γίνεται εσκεμμένα, όπως και το ότι τα τρία πρώτα κεφάλαια αναφέρονται σε 4-5 ώρες μιας ημέρας εντελώς καθημερινής. Δεν τραβάνε όμως πάρα πολύ αυτές οι ώρες, χωρίς να γίνεται τίποτα;
    5.) Εκφραστικά και νοηματικά λάθη, όπως «ξεφυλλίζει μεγάλους ποιητές», η συντάκτρια στο περιοδικό μόδας έχει συνέχεια παραλαβές ρούχων, επειδή η Γεωργία μιλά βραχνά και σταθερά δεν αφήνει κανέναν στο πέρασμά της αδιάφορο.
    6.) Επίπεδοι και καθόλου πειστικοί χαρακτήρες, π.χ. Ζωή και Γεωργία που μιλάνε από θέματα ισότητας και εργασίας (κάτι σαν τη Norma Ray) μέχρι τρελά κουτσομπολιά, η Ζωή που δεν κατάφερα να καταλάβω αν θέλει να παντρευτεί ή όχι, αφού έχει τον άλλον στο «περίμενε». Ο πατέρας επίσης που φεύγει από το σπίτι ως επαναστατημένος έφηβος. Δεν αρκεί να γράφεται ότι κάποιος π.χ. «βαριέται τη ζωή του και σιχαίνεται την καθημερινότητα» (δικό μου παράδειγμα), αυτό μπορεί να φανεί και στην εξέλιξη του έργου. Δε σημαίνει ότι αφού γράφτηκε κάτι για το χαρακτήρα κάποιου, πάει τελείωσε, περιγράφηκε. Οι πράξεις του μας πείθουν κυρίως, όχι οι δύο προτάσεις που μας δίνονται για να κατανοήσουμε όλο το ιστορικό του και το υπόβαθρό του.
    7.) Επαναλαμβάνω τα περί ανούσιων διαλόγων και κινήσεων, π.χ. για να απαντήσει στο τηλέφωνο η Ζωή, εξυπακούεται ότι το σήκωσε πρώτα, δε χρειάζεται να μάθει ο αναγνώστης ότι το πήρε από τη βάση του και πήγε στο παράθυρο. Ούτε καν η σεναριακή γραφή απαιτεί τέτοια εξαντλητική λεπτομέρεια, αυτό είναι δουλειά του εκάστοτε σκηνοθέτη. Ή διάλογοι όπως «Σπασίκλα…έ σπασίκλα», κλπ. Επιπλέον οι αναφορές στο Γονίδη και στην Καγιά δεν ξέρω αν δίνουν καν αυτήν την ψευδοεπίκαιρη διάσταση που επιδιώκεται.
    8.) Γενικότερα δεν υπάρχει κάποιο στίγμα για το έργο. Είναι κοινωνικό; Αισθηματικό; Αστυνομικό; Κάτι άλλο; Όλα αυτά τα πρόσωπα (Ελένη, Παύλος, Κωστάκης, Λεωνίδας, Χρύσα, πατέρας με υπουργό, μητέρα, Θωμάς, κλπ.) θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη συνέχεια; Αν ναι, πρέπει να αρχίσουν να δείχνουν κάτι, αλλιώς μαζεύτηκαν πάρα πολλά για τρία κεφάλαια.
    9.) Πιστεύω ότι υπάρχουν κάποια εντελώς παλαιομοδίτικα πρότυπα, π.χ. της μάνας-δούλας, του μέλλοντα γαμπρού-πασά, του πατέρα-κομματόσκυλου, της «δεν ξέρω τι θέλω στη ζωή μου» κοπέλας. Οι ήρωες όμως πρέπει να ξέρουν τι θέλουν για να οδηγούν και τις πράξεις τους.
    10.) Ο Έκτορας επανεμφανίζεται μετά από δεν ξέρω πόσα χρόνια, για να της πει «γεια σου, θα έρθω αύριο να σε κλέψω;». Δεν ξέρω κατά πόσο είναι πειστικό όλο αυτό.

    Πιστεύω να κατανοείτε την κριτική μου, που θέλω να είναι όσο πιο εποικοδομητική γίνεται. Ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεια σου Var.

    Ευχαριστούμε πολύ για τα σχόλιά σου. Η ιστορία που διαβάζεις είναι ακόμη συνέχειες του πρώτου κεφαλαίου. Δεν έχουμε προχωρήσει ακόμη στο δεύτερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Evi ole, ευχαριστώ για την απάντησή σου. Έχω και μερικά άλλα σημεία να επισημάνω που αφορούν είτε σε νοηματικές είτε σε εκφραστικές αδυναμίες. Πιστεύω ότι το κείμενο πρέπει να ελέγχεται διεξοδικά προτού δημοσιευτεί, για να αποφεύγονται οι εν λόγω ασυνέπειες:
    1.) Η οικογένεια ζει σε μια σπιτάρα στο Μαρούσι, ρετιρέ, με τεράστιες βεράντες (μέρος 2). Απεναντίας στο μέρος 4 διαβάζουμε για ένα μικρό σαλονάκι.
    2.) Στο τέλος του μέρους 4, η Ζωή βρίσκεται στο σαλόνι και σκέπτεται τον Έκτορα. Στις αρχές του μέρους 5, βυθίζεται στο μαξιλάρι της (προφανώς στο δωμάτιό της), ενώ στο τέλος του μέρους 5 ακούει μουσική στο σαλόνι και ξαναπάει στο δωμάτιό της.
    3.) Δεν έχω καταλάβει τη φύση του ατυχήματος. Και οι δύο πάνε σοβαρά τραυματισμένοι στο νοσοκομείο, η Ζωή κάνει μετάγγιση, 2-3 μικροεπεμβάσεις, ράμματα στο κεφάλι, κλπ και βγαίνει μετά από 3 μέρες περδίκι (που κανονικά ούτε αξονική δε θα είχε κάνει), ενώ ο Θωμάς που δεν είχε κανένα σοβαρό τραύμα, βγαίνει μετά από 1,5 μήνα ανάπηρος !!! (όλα σε 2 παραγράφους του μέρους 2).
    4.) Έχω χάσει την μπάλα με τον Έκτορα. Έρχεται το 1991 στην Ελλάδα, σώζει τη Ζωή το ’92, είναι μαζί μέχρι το ’96. Προφανώς ο Έκτορας δουλεύει τότε οικοδομή και μετά πιάνει δουλειά στο λογιστήριο και κάνει την αξιοπρεπή ζωή, ή όχι; Γιατί η Ζωή αγαπούσε πάνω απ’ όλα αυτή την αξιοπρεπή ζωή και στάση του Έκτορα.
    5.) Υπάρχουν πάρα πολλά σημεία που ξενίζουν: Τι θα πει ότι η Ζωή ήταν «ελαφρώς προβληματική ιατρικά»; (μέρος 3) Δε χρειάζεται να κλείσεις «ραντεβού» με τη γυναίκα υπουργού για να της δώσεις μελομακάρονα. Επίσης δεν ξέρω κατά πόσο είναι καθημερινό, ένας υπουργός να ασχολείται με τη μέλλουσα εγκυμοσύνη κάποιας, ή να τσαντίζεται επειδή η κόρη του βοηθού του τα έχει με Αλβανό.
    6.) Σε μια οικογένεια όπου όλοι είναι φοιτητές ή απόφοιτοι Πανεπιστημίου, (Χρήστος, Ζωή, Λεωνίδας, Θωμάς, Χρύσα), η μητέρα καταντά σχεδόν φιγούρα χωριάτισσας της δεκαετίας του ’60, που τυχαίνει να ζει σε μια σπιταρόνα στο Μαρούσι κι ο άντρας της να είναι ιδιαίτερος υπουργού. Αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να κινείται σε διαφορετικούς κύκλους.

    Δεν ξέρω αν είμαι υπερβολικός, ενδεχομένως και να είμαι. Αυτά είναι όμως τα σχόλιά μου από την πρώτη ανάγνωση, εκεί που σκαλώνει το μάτι και το μυαλό και αναγκάζεται κανείς να πάει πίσω για να δει τι γίνεται. Εσείς κρατάτε ό,τι θέλετε.
    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σε ευχαριστούμε πολύ για τα τόσα πολλά σχόλια σου, ωστόσο να μη ξεχνάς ότι μιλάμε προς το παρόν για ιντερνετική μορφή κι ότι το βιβλίο μόλις άρχισε.Έχουμε πολλά κεφάλαια ακόμη. Ο καθένας έχει τη δική του οπτική και τις δικές του παραμέτρους. Κάθε ανάγνωση έχει διαφορετική κριτική. Έχω διαβάσει βιβλία με πολλά ονόματα και περίρεγες καταστάσεις και στο τέλος ήταν εντυπωσιακά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή