Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 6ο - Το όνειρο (εφιάλτης)

Ξημέρωνε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μια δεκαετία έφευγε, ένας αιώνας άλλαζε. ‘Ολα γύρω από τη Ζωή έμοιαζαν ν΄ αλλάζουν. Ξύπνησε με πονοκέφαλο και συνειδητοποίησε ότι ήταν ντυμένη και ότι στον ύπνο της, κρυώνοντας προφανώς, είχε σκεπαστεί με την κουβέρτα. Ντυμένη και σκεπασμένη. Είχε ιδρώσει. Τα μαλλιά της είχαν γίνει χάλια. Μπήκε βιαστικά στο μπάνιο σαν τον κλέφτη για να μη δει κανένας τα χάλια της. Άνοιξε το νερό και κάθισε από κάτω. Έπρεπε να στεγνώσει τα μαλλιά της, έπρεπε να φτιαχτεί κάπως, να βαφτεί, να συγυριστεί, να χτενιστεί…


«Τα μαλλιά μου είναι χάλια» σκέφτηκε κοιτάζοντας τον καθρέφτη. «Και που να βρω κομμωτήριο σήμερα, Παραμονή…»


Κάπως «σουλουπώθηκε». Βγήκε στα γρήγορα, να μην πέσει πάνω σε κανέναν…πήγε στο δωμάτιό της…


Όλοι στο σπίτι ακούγονταν και έδειχναν πολύ χαρούμενοι. Ξαναβγήκε απ΄ το δωμάτιό της ντυμένη και φτιαγμένη και πήγε να φτιάξει καφέ. Δεν την πολυπρόσεξαν.


Αλλά ο μικρός, ο Θωμάς είχε τις …μαύρες του. Κάτι έδειχνε να τον προβληματίζει. Η Ζωή τον πρόσεξε. Έψαξε το βλέμμα του. Κάτι είχε. Πήγε, κοντά του, στη γωνιά του μεγάλου τραπεζιού. Έπινε αργά ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα με καφέ και κοίταζε …στο κενό. Τον αγκάλιασε.


- Γιατί δεν είσαι χαρούμενος αδερφάκι; τον ρώτησε. Αφού σε λίγο θα βγούμε στην αγορά για ψώνια και για καπουτσίνο που σου αρέσει, όλοι μαζί, όπως σου υποσχέθηκα με τον Ανδρέα. Τι τρέχει; Σου συμβαίνει κάτι;


Προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Θωμάς.


- Όχι , όχι…καλά είμαι. Απλά είδα ένα άσχημο όνειρο το βράδυ.

Αλλά ήταν δικαιολογίες. Και η Ζωή τον ήξερε καλά.


- Έλα τώρα…μη τα πιστεύεις αυτά…ποτέ δεν έχει βγει τίποτα αληθινό, έσπευσε να του πει, λέγοντάς το ταυτόχρονα και στον εαυτό της. Άντε πες μου τι είδες να βγει από μέσα σου και μετά να ετοιμαστούμε να φύγουμε.


Δίστασε ο Θωμάς αλλά αποφάσισε να της τα πει.


- Ήσουν εσύ με τον Έκτορα πάνω στο μηχανάκι σου. Εκείνο που είχες αγοράσει τότε με τόση χαρά. Εκείνο που πάθαμε το ατύχημα. Οδηγούσε ο Έκτορας κι εσύ τον κρατούσες σφιχτά κι όλο γέλαγες. Φαινόσασταν ευτυχισμένοι…και τότε ξαφνικά βλέπω το ίδιο λεωφορείο να έρχεται κατά πάνω σας κι ενώ ο Έκτορας μπορούσε να το αποφύγει , άφησε τα χέρια του και το λεωφορείο έπεσε επάνω σας. Το επέλεξε Ζωή, το κατάλαβες; Το επέλεξε να χτυπήσετε. Και πεθάνατε κι οι δύο…εκεί στην άσφαλτο…μπροστά στα μάτια μου.


Ταράχτηκε η Ζωή. Ήταν να μην ταραχτεί; Αλλά δεν έπρεπε να το δείξει.


- Έλα τώρα Θωμά μου, όνειρα είναι αυτά… μην τα πιστεύεις. Τίποτα δεν πάθαμε. Κι ο Έκτορας καλά θα είναι κι εγώ καλά είμαι εδώ και σου μιλάω. Άντε πάμε στο δωμάτιό σου, να σε βοηθήσω κι εγώ να ετοιμαστείς για να φύγουμε. Μη στήσουμε και τους άλλους. Θα έχει και κίνηση τέτοιες μέρες για να πάμε στο Κολωνάκι. Πάμε να δούμε και μια έκθεση που εγκαινιάστηκε χθες στο μουσείο Γουλανδρή; Έχει θέμα τη γέννηση του Χριστού στη Δυτική τέχνη. Θα είναι ενδιαφέρουσα από ό,τι διάβασα στις κριτικές. Πάμε…άντε…


Διστακτικά αντέδρασε ο Θωμάς.


-Καλά…καλά…αλλά είναι ανάγκη τώρα παραμονή Πρωτοχρονιάς να τρέχουμε στα μουσεία; Κι αύριο μέρα είναι, εδώ θα είμαστε όλοι, δε θα πάμε πουθενά.


Η Ζωή έσπρωξε το καροτσάκι χαμογελώντας.


- Ανοησίες, είπε.


Αλλά τα λόγια του Θωμά, μετά και το τηλεφώνημα του Έκτορα της δημιούργησαν πάλι κακό προαίσθημα. Αισθάνθηκε πάλι την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. Κάτι σαν …πως το λένε…αρρυθμία.


« Μετά τις γιορτές θα πάω να τις ξανακάνω τις εξετάσεις» σκέφτηκε.


Έβαλε το καινούριο της φόρεμα, αυτό που της είχε αγοράσει ο Αντρέας τα Χριστούγεννα. Ένα ψιλοχτενισματάκι, λίγες σταγόνες από το άρωμα που άρεσε στον Αντρέα.


Όλη η οικογένεια έτοιμη. Και οι γονείς τελικά. Τους έπεισε ο Λεωνίδας.


«Έλα..έλα…χρονιάρα μέρα βρε μπαμπά…»


Ξεκίνησαν με δυο αυτοκίνητα. Ο Χρήστος και η γυναίκα του, η Ασπασία είχαν ένα ραντεβού πρώτα, με την γυναίκα του υπουργού. Η Ασπασία είχε μια πιατέλα χειροποίητα μελομακάρονα να της δώσει. Κάτι τέτοια δεν τα άντεχε η Ζωή.


«Μωρέ τι το θέλουμε το αυτοκίνητο στο Κολωνάκι τέτοια μέρα;» γκρίνιαζε η Χρύσα. «Τι θα το κάνουμε τώρα ;»


Ήταν όμως και το καροτσάκι του Θωμά. Το είχαν διπλώσει και το είχαν βάλει στο πορτ παγκάζ. Με λίγη βοήθεια, ο ανάπηρος νεαρός μπορούσε να μπει και να βγει. Είχε κάποια, ελαφριά έστω, κινητικότητα. Πολύ απλές κινήσεις μπορούσε να κάνει αφού τα χέρια του λειτουργούσαν καλά.

Αφού έβαλαν το αυτοκίνητο σ΄ένα απ΄αυτά τα πανάκριβα πάρκινγκ του Κολωνακίου και άκουσαν και νέα γκρίνια από τη Χρύσα, έφτασαν στο σημείο του ραντεβού .


Ήταν οι πρώτοι. Χάζεψαν κάποιες βιτρίνες, χάζεψαν λίγο τον κόσμο, από μακριά φάνηκε να έρχεται η Ελένη ενώ ο Ανδρέας έχει καθυστερήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου