Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 7ο - Παραμονή Πρωτοχρονιάς και η τυχαία συνάντηση με τον Πέτρο

Στον πεζόδρομο στολισμοί, φαναράκια, χριστουγεννιάτικα δέντρα, χριστουγεννιάτικα τραγούδια στη διαπασών, τα μαγαζιά γεμάτα, ο δρόμος ζωντανός. Η Ζωή , δίπλα στον Θωμά, κοίταζε και το χαιρόταν . Και ξαφνικά… κάπου «πήρε το μάτι» της τον Έκτορα.
«Αποκλείεται» σκέφτηκε. «Τι να θέλει εδώ γύρω;»

Η Ελένη με τα αδέρφια της Ζωής αγκαλιάστηκαν ανταλλάσοντας ευχές και ξαφνικά, από το στενό δρομάκι, νάτον μπροστά τους ο Ανδρέας με την Γεωργία.

«Τι δουλειά έχει αυτή, τώρα, εδώ; Και γιατί ήρθαν μαζί;» σκέφτηκε αμέσως η Ζωή. Και αμέσως αλλάζει σκέψη.

«Μα αν ήταν κάτι…πονηρό, δεν θάρχονταν μαζί. Κάπου θα τη βρήκε…».
Έψαχνε δικαιολογίες, προσπαθούσε να αιτιολογήσει τα πάντα αλλά δεν της άρεσε της Ζωής.

« Μα που στο διάολο τη βρήκε; Τι δουλειά είχε να τη φέρει ρε γαμώτο;»

Την έδειξε τη δυσαρέσκειά της αμέσως, καλημερίζοντας απλά τον Ανδρέα χωρίς φιλιά και αγκαλιές. Κι αυτός το κατάλαβε. Αλίμονο. Μεγάλο παιδί ήτανε.
Η Ζωή «έπιασε» τη δική του δυσαρέσκεια και προσπάθησε να τα «μπαλώσει» αγκαλιάζοντας και φιλώντας τη Γεωργία.

- Τι έκπληξη είναι αυτή Γεωργία μου;
- Πίναμε καφέ με τον Ανδρέα εδώ στη γωνία, μου τόπε και είπα νάρθω κι εγώ. Ελπίζω να μη σας χαλάω τα σχέδια…
- Καλά έκανες. Έλα παρέα μας. Αφού άλλωστε τα κανονίσατε με τον Ανδρέα.

Η ατμόσφαιρα είχε χαλάσει. Το κέφι της είχε χαλάσει. Η μέρα της είχε χαλάσει.

Η Ζωή κρατούσε σφιχτά τα χερούλια από το καροτσάκι του Θωμά. Οι υπόλοιποι προχωρούσαν ψάχνοντας τραπέζι στην Πλατεία. Και καθώς τους είδε να κάθονται κάπου, πήγε να τους ακολουθήσει, σπρώχνοντας το καροτσάκι.
-Ζωή…

Ένα χέρι είχε ακουμπήσει στο χέρι της, ένας ψηλός άνδρας βρισκόταν δίπλα της. Ο Πέτρος. Ένας φίλος από παλιότερα. Κι αυτός ήθελε τότε που γνωρίστηκαν να γίνει δημοσιογράφος. Τρία χρόνια μικρότερος της αλλά με σωστό μυαλό. Κάθε φορά που μίλαγαν συγκλονιζόταν από την ωριμότητα του. Και τις σωστές του συμβουλές.

Παιδί από την επαρχία, από τη Σπάρτη, είχε έρθει στην Αθήνα αποφασισμένος να πετύχει και πέτυχε. Εργαζόταν ήδη σε ένα μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι. ‘Ενας από τους ελάχιστους που τα είχε καταφέρει. Και…χωρίς φίλο υπουργό. Αλλά η φιλία τους είχε διακοπεί απότομα. Μετά το δυστύχημα με το μηχανάκι, ο Πέτρος είχε στην κυριολεξία εξαφανιστεί.

«Άσε με, ξέχνα με, όταν θα είμαι έτοιμος θα έρθω εγώ να σε βρω.» της είχε πει σ΄ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα.

- Γεια σου Πέτρο. Χρόνια και ζαμάνια.

‘Απλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε ζεστά. Εφτά χρόνια. Πολύς χρόνος. Είχε χαρεί που τον είδε. Ίσως…ίσως και η μέρα της να είχε αρχίσει να φτιάχνεται πάλι.

- Τι κάνεις βρε φιλενάδα; Κι εσύ ρε Θωμάκο, πως πάς; Χρόνια έχουμε να τα πούμε;

Ο Θωμάς ήταν χαμογελαστός. Τον ήξερε καλά τον Πέτρο. Τον θυμόταν. Και τον συμπαθούσε.
Ο Ανδρέας και η Γεωργία είχαν σταματήσει δυο βήματα πιο πέρα. Δεν τον ήξερε τον Πέτρο ο Ανδρέας. Πρώτη φορά τον έβλεπε. Η οικειότητά του με τη Ζωή τον ξάφνιασε.

- Καλά είμαι…καλά είμαι. Σε πεθύμησα. Πως τα πας; Μαθαίνω, βλέπω, ακούω. Δουλεύεις έτσι;
- Καλά είμαι, όλη μέρα δουλειά…τα δικά σου;
«Τι να κάνω τώρα;» σκέφτεται η Ζωή. Μήπως, εκτός των άλλων, ήταν άραγε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να «τη βγει» στον Ανδρέα; Άσε που της άρεσε ο Πέτρος. Και ήξερε καλά ότι του άρεσε κι εκείνου.

- Κοίτα, Πέτρο, επειδή πρέπει να φύγω τώρα, με περιμένει και η οικογένειά μου λίγο παρακάτω …θέλω να σε δω…να τα πούμε…

-Να σου πω την αλήθεια, κι εγώ έχω μια δουλίτσα στην Τράπεζα, έχω ραντεβού στις 12 και - κοίταξε το ρολόι του- είναι ήδη παρά ένα και δεν έχω καθόλου χρόνο. Αλλά κι εγώ θέλω να σε δω. Και να τα πούμε. Να τα πιάσουμε από εκεί που τα είχαμε αφήσει.
Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά.

Η Ζωή το αποφάσισε αστραπιαία.

- Λοιπόν…άκου…αύριο έχω γενέθλια, σκέφτομαι να κάνω ένα μικρό πάρτι. Θα είσαι εδώ; Θα μείνεις Αθήνα; Αν σε καλέσω, θάρθεις ;
- Βεβαίως και θάρθω. Πάρε με τηλέφωνο. Καλό millennium. Θα περιμένω. Και θα το υποδεχτούμε παρέα.
Κοίταξε το Θωμά που παρακολουθούσε.
-Και ελπίζω ότι θάρθει και ο Θωμάς. Έτσι;

Η Ζωή κοντοστάθηκε, ευχαριστημένη με την ιδέα της. Ο Θωμάς κοιτούσε χαμογελαστός τον Πέτρο. Ο Ανδρέας με τη Γεωργία, ελαφρώς προβληματισμένοι από την εμφάνιση του Πέτρου, είχαν προχωρήσει, κάπως αμήχανοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου