Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

"ΔΩΔΕΚΑ" : Μέρος 9ο - Κάποια χρόνια μετά...

«Που ήσασταν την Πρωτοχρονιά του 2000 μανούλα; Τι κάνατε;»

«Στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού ήμασταν καρδούλα μου, και βλέπαμε στην τηλεόραση τι γινόταν σε όλο τον κόσμο. Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί σήμερα στο σχολείο, μάς έλεγε η δασκάλα μας ότι ήταν σα μεγάλη γιορτή και όλοι ήταν έξω στους δρόμους και είχε πολλά πυροτεχνήματα. Εσείς δεν θέλατε να τα δείτε; Είναι τόσο ωραία τα πυροτεχνήματα , εμένα μου αρέσουν πολύ.»

«Τα είδαμε χαρά μου, βγήκαμε στο μπαλκόνι και τα είδαμε»

Τι να της απαντούσε η Ζωή της κόρης της; «Στο νοσοκομείο ήμασταν, στην Εντατική»; Και τι να της εξηγούσε μετά; Ήταν μικρή ακόμα, δε θα καταλάβαινε. Αποφάσισε ότι αργότερα θα της ζητούσε συγνώμη γι αυτό το «λευκό» ψέμα που μόλις της είχε πει.

Για την ηλικία της η Μαρίνα μιλούσε πολύ συγκροτημένα, με ολοκληρωμένες προτάσεις και σωστές λέξεις. Ανεπτυγμένο παιδάκι, είχε πάρει την ομορφιά της μαμάς της και τη συγκρότηση του πατέρα της.

Δευτέρα Δημοτικού φέτος και στο σχολείο ήδη την ξεχώριζαν οι δάσκαλοι της. Και …ψήλωνε κι όλο …ψήλωνε η Ζωή κάθε φορά που πήγαινε στις συναντήσεις των γονέων με τα καλά λόγια που της έλεγαν.

Δεν συμφωνούσε να πληρώνουν τόσα πολλά λεφτά για Ιδιωτικό Σχολείο. Θεωρούσε ότι μεγάλο μέρος της Παιδείας του, το κάθε παιδί το έπαιρνε – είτε ήθελε, είτε δεν ήθελε- μέσα στο σπίτι, από το οικογενειακό περιβάλλον, από τους γονείς κυρίως αλλά και από τους παππούδες και τις γιαγιάδες, από τις παραδόσεις και τις αρχές, από τις δραστηριότητες και την ατμόσφαιρα. Επέμενε η πεθερά της, συμφωνούσε και ο πατέρας της, έβαλε και μέσον τον πρώην Υπουργό χωρίς να τη ρωτήσει, και έτσι η Μαρίνα έγινε Αρσακειάδα χωρίς να το καταλάβει .

«Θα φτιάξουμε κέικ; Υποσχέθηκες να με μάθεις» είπε με νάζι η Μαρίνα.
«Πρώτα θα τελειώσεις την ορθογραφία και μετά θα το φτιάξουμε. Πάντα θυμάμαι τι σου υπόσχομαι»

Τι της ήρθε τώρα και την γύρισε σε εκείνη την Πρωτοχρονιά;

Όχι ότι θυμόταν και πολλά πράγματα αλλά την πονούσε η ανάμνηση όλης εκείνης της περιόδου και των μυστικών που έκρυβε από τότε.

Ειδικά εκείνη η ημέρα, εκείνη η στιγμή, πόσο την πονούσε! Που είδε την αγάπη της ξάφνου μπροστά της και την επόμενη στιγμή ένιωσε ένα οξύ πόνο στο μηρό.

Η σφαίρα του κουκουλοφόρου που λήστευε την Τράπεζα την είχε διαπεράσει, εκείνη όμως δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τι έγινε.

Ένιωσε σα να την τιμωρεί κάποιος για τα όσα ένιωσε μόλις τον αντίκρισε. Σα να την τιμωρούσε ο Αντρέας. Που κατάλαβε. Γιατί οι ερωτευμένοι έχουν πολύ έντονη αντίληψη των συναισθημάτων και των κινήσεων του άλλου. Και ο Αντρέας τα είχε δει τα βλέμματα τους. Και αυτό αρκούσε για να καταλάβει.

Είχε φροντίσει και η Γεωργία βέβαια, η «φίλη» της, να του ψιθυρίσει κάποια στοιχεία για τη μεγάλη αγάπη της Ζωής. Λάθος της που της τα είχε εκμυστηρευτεί. Πάντα εμπιστευόταν εύκολα τους ανθρώπους.

Ποτέ δεν είναι αργά όμως. Εκείνο το πάθημα, τής είχε γίνει μάθημα.
Δεν ξανάκανε φίλες από τότε η Ζωή. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν τις χρειαζόταν, Μόνο προβλήματα της είχαν δημιουργήσει.

«Που ήσασταν την Πρωτοχρονιά του 2000 μανούλα; Τι κάνατε;»

Τα λόγια της μικρής, πανέξυπνης Μαρίνας την ξανάβαλαν στο ίδιο, γνωστό τριπάκι που είχε μπεί τόσες φορές.

Είχε πέσει στο πεζοδρόμιο και αμέσως είχε λιποθυμήσει. Έχανε πολύ αίμα και το ασθενοφόρο από τον Ευαγγελισμό – ποιος το ειδοποίησε, πότε το ειδοποίησε ποτέ δεν έμαθε- δε μπορούσε να φτάσει εύκολα στο Κολωνάκι, παρά τη μικρή απόσταση.

Η μεγάλη κίνηση της Παραμονής, ο κόσμος που είχε γεμίσει τους δρόμους …ποιος απ΄ όλους εκείνους που τριγυρνούσαν αργόσχολοι για ψώνια της τελευταίας στιγμής και ένα καφέ «στα πεταχτά» ή είχαν κατεβεί στο κέντρο με το αυτοκίνητό του μπορούσε να φανταστεί ότι η δική του η γιορτινή βόλτα παραλίγο να στοιχίσει την απώλεια μιας ζωής; Της δικής της ζωής;.

Ο ένας κουκουλοφόρος ληστής που πυροβόλησε, πήρε αστραπιαία τις αποφάσεις του και ξέφυγε εκμεταλλευόμενος τον πανικό που ξέσπασε με τον τραυματισμό της Ζωής. Ο άλλος, - περίεργο αυτό γιατί δεν συμβαίνει συχνά- ακινητοποιήθηκε από τον σεκιουριτά της τράπεζας.

Και μέσα σ’ όλα αυτά ,κανείς δεν έδωσε σημασία στον Έκτορα που κρατούσε το χέρι του. Αιμορραγούσε άσχημα. Η σφαίρα του είχε σχεδόν τρυπήσει την παλάμη πριν χτυπήσει τη Ζωή.

Ο Θωμάς, μη μπορώντας να κουνηθεί από το καρότσι, ήταν ο μόνος που είδε τον πληγωμένο άντρα. Όχι κατά τύχη. Καθώς αδερφή του είχε σωριαστεί στο πεζοδρόμιο, αυτός έστρεψε το βλέμμα του προς τον Έκτορα. Το όνειρο του είχε γίνει πραγματικότητα.

Στον Ευαγγελισμό επικρατούσε πανικός. Οι γονείς της, ο Αντρέας, ο Λεωνίδας, η Χρύσα, η Γεωργία, ο Θωμάς, όλοι ήταν έξω από την εντατική και περίμεναν να μάθουν νέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου